Ετικέτα: Μαρίκα Θωμαδάκη

Κριτική για την παράσταση «Για την Ελένη» του Μάνου Καρατζογιάννη στο Θέατρο «Σταθμός»

 

Από την Μαρίκα Θωμαδάκη, Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου,
τ. Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών

Ο Μάνος Καρατζογιάννης δημιουργεί μια ελεγειακής καταγωγής σύνθεση για την Ελένη και για όλους εκείνους που ακολουθούν τη μοίρα του αδικαίωτου ανθρώπου. Η Ελένη Παπαδάκη, στην οποία εστιάζει ο μονόλογος του κυρίου Καρατζογιάννη, αναδεικνύει πάνω στη σκηνή τον άνθρωπο που στηρίζει την εξέγερσή του εκφράζοντας την εύλογη απορία για όσα συμβαίνουν στον περίγυρο.

Η ηθοποιός – θρύλος του ελληνικού θεάτρου γνωρίζει το σκληρό πρόσωπο του φασισμού που την καταδικάζει σε θάνατο αφού προηγουμένως της αρνείται το δικαίωμα στην απολογία και στην παρουσίαση επιχειρημάτων που ίσως την αθώωναν. Εντούτοις, η Ελένη Παπαδάκη ζει στα όρια, αυτοπροσδιορίζεται και εμμένει σε αυτό που θέλει να είναι, ένας ελευθερόφρων άνθρωπος, διαφορετικός, ένας άνθρωπος που αρνείται να μεταμορφωθεί σε «ρινόκερο». Η σκηνοθετική γραμμή, από τον ίδιο τον συγγραφέα, παρακολουθεί τους βηματισμούς της αδικίας σ’ έναν κόσμο όπου επικρατεί το τραγικό παράλογο αλλά και η παραδοξολογία μέσα από το αφήγημα των πολλαπλών τυφλών χτυπημάτων.

Ο Μάνος Καρατζογιάννης σκηνοθετεί με καθαρότητα το θολό τοπίο των διχασμένων υπάρξεων σε μια Ελλάδα που βιώνει τη βία της εμφυλιακής διαμάχης. Ίσως η καθαρότητα της σκηνικής εγγραφής των προσώπων της αναφοράς είναι εκείνη που αναδίδει συγκίνηση και περαιτέρω διαύγεια στην εσωτερική πλοκή του μονολόγου. Στον ρόλο της Ελένης Παπαδάκη, η Μαρία Κίτσου τονίζει το θρηνητικό υπόβαθρο της ηρωίδας και υπογραμμίζει με δεξιοτεχνία τις συναισθηματικές διακυμάνσεις σε συνάρτηση με μια αθώα στάση απέναντι στον δολοφόνο της που καραδοκεί άλαλος. Η κυρία Κίτσου ενσαρκώνει τη μεγάλη ηθοποιό προσεγγίζοντας τον ρόλο της πολυεπίπεδα. Απέναντί της, ως βουβό δρων, ο Μάριος Μακρόπουλος κινείται στους χρωματισμούς ενός θρίλερ σε αργούς ρυθμούς, ακόμη και στη σκηνή του ταγκό, ενός θρίλερ που εκπνέει στον ήχο της εκπυρσοκρότησης του όπλου. Τα σκηνικά του Γιάννη Αρβανίτη αποδίδουν το κλίμα της επώδυνης αναμονής. Ομοίως, τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα στιγματίζουν το πρόσωπο που φωτίζεται ευεργετικά από τον Αλέξανδρο Αλεξάνδου.

 

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Για την Ελένη που παίζεται στο Σταθμός θέατρο, κάθε Δευτέρα και Τρίτη Εδώ

 

Κριτική για την παράσταση «Η Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» του Ζοέλ Πομμερά στο Θέατρο Τέχνης (Υπόγειο)

 

 Από την Μαρίκα Θωμαδάκη, Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου,
τ. Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών

 

Ο  Ζοέλ Πομμερά θεωρείται σήμερα, σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, (και όχι μόνο) ένας από τους σπουδαιότερους θεατρικούς συγγραφείς, στο σταυροδρόμι των πολιτισμικών μετασχηματισμών της εποχής μας. Η γραφή του Γάλλου δραματουργού χαρακτηρίζεται από ιδιοτυπία και διεκπεραιωτική μετάδοση εννοιολογημάτων και θεματικών. Ωστόσο, ο Πομμερά μεταλλάσει με μαεστρία θα λέγαμε τον λόγο σε δραματική πράξη και δημιουργεί υψηλής ποιότητας μικροκαταστάσεις μέσα από έναν υπαινικτικό λόγο που στηρίζεται στο ελλειπτικό στοιχείο.

Στο έργο του, με τίτλο «Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα», «παρελαύνουν» πρόσωπα και περιστατικά, ήρωες και αντι-ήρωες «αποφασισμένοι» να φέρουν εις πέρας μία αποστολή: η επανασύνδεση με όποιο κόστος και αν υλοποιηθεί αποτελεί αιτούμενο σε συλλογικό αλλά και σε ενικό πλαίσιο. Σε τελευταία ανάλυση, η ευρύτερη κοινωνική δράση διαθλάται στις πολυδιάστατες εκφάνσεις του οντικώς Είναι. Υπ’ αυτή την οπτική γωνία, η «επανένωση» αποτελεί θεμελιακό συστατικό του ανέφικτου. Ο Πομμερά θίγει το ζήτημα, καθώς φαίνεται, με υποβόσκουσα ειρωνεία η οποία, εντούτοις, υπογραμμίζει μία δυναμική κριτική στα όρια του κυνισμού.

Η μετάφραση του έργου από την Μαριάννα Κάλμπαρη ακολουθεί το ρυθμό της δραματικής παρτιτούρας του Πομμερά τονίζοντας ευσύνοπτα το ύφος και τη συνάφεια του πρωταρχικού κειμένου: Η Μαριάννα Κάλμπαρη σμιλεύει τον λόγο και κατορθώνει να οδηγήσει στην προφορικότητα και στην παραγωγή νοήματος. Ως εκ τούτου, ο ηθοποιός αναδεικνύει τον λόγο δημιουργώντας εικόνες σημασιολογικά φορτισμένες.


Εξάλλου, η σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη παρακολουθεί τόσο την αυτοδιάθεση του λόγου όσο και τις σκηνικές οδηγίες δια των οποίων προκρίνονται διακεκριμένες δράσεις που «πνίγονται» στο σκοτάδι λίγο πριν ολοκληρωθούν σε μία ορισμένη κάθαρση. Συνακολούθως, το σκηνικό του Αλέξανδρου Λαγόπουλου δημιουργεί κλειστό συμπυκνωμένο χώρο μέσα στον οποίο εγκλωβίζονται οι ήρωες και οι ρόλοι. Άλλωστε, οι εξαιρετικοί ηθοποιοί αποδίδουν την οικουμενικότητα ενός προσωπικού άλγους υπό τους φωτισμούς της Στέλλας Κάλτσου.

Τέλος, η «Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» του Πομμερά, αναδεικνύει την αδυναμία του ατόμου να αυτοορισθεί ως αξία και να δικαιώσει τον εξεγερμένο άνθρωπο.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» που θα παρουσιάζεται από Τετάρτη έως και Κυριακή έως τις 21/01/2018 στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν (υπόγειο) Εδώ

Διάλεξη “Το μεταφυσικό στοιχείο στις τραγωδίες του Σαίξπηρ” από τον κ. Κωνσταντίνο Μπούρα

KΕΝΤΡΟ ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ
Υπό τη διεύθυνση της κ. Μαρίκας Θωμαδάκη,
Καθηγήτριας Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου,
τ. Κοσμήτορος της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ.

 

Την Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017,

θα πραγματοποιηθεί διάλεξη στη Νομική Σχολή

από τον κ. Κωνσταντίνο Μπούρα, θεατρολόγο-κριτικό,

με θέμα:

“Το μεταφυσικό στοιχείο στις τραγωδίες του Σαίξπηρ”

Νομική Σχολή, Αίθουσα Β’ Μαθηματικών

(είσοδος από την οδό Σόλωνος)

ώρα 19.00 – 21.00

Είσοδος ελεύθερη

Kaligoulas_passion theater (2)

Kριτική για την παράσταση «Καλιγούλας» του Αλμπέρ Καμύ στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

 

 Από την Μαρίκα Θωμαδάκη, Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου,
τ. Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών

Kaligoulas_passion theater (3)Ο «Καλιγούλας» του Αλμπέρ Καμύ αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους σταθμούς της σύγχρονης δραματουργίας. Ο συγγραφέας της σισσυφικής τραγωδίας συζεύει την ιστορικότητα με το θεατρικό γεγονός αναδεικνύοντας την υπερβατική δυναμική των επιλογών του ανθρώπου. Έτσι, το ιστορικό υπόβαθρο προτείνει διεξόδους με τελικό αίτιο τη συνύπαρξη με τον έτερο και την απόκτηση μίας έστω μικρής εμπειρίας, εμπειρίας  βάσει του συνειδέναι. Ο Καλιγούλας, αυτοκράτορας της Ρώμης, υψώνεται σε παραδειγματικό μέγεθος όντας πυκνωτής των διαδρομών του τραγικού, όπως το αποτυπώνει η σχηματοποίηση δια των όρων dolor —–> furor —–> nephas (οδύνη —–>  μένος —–> καταστροφή). Μετά από τον χαμό της αδελφής του, ο Καλιγούλας μετουσιώνει τη δίψα για ζωή σε δίψα για το θάνατο. Μόνος με τα διλήμματα και τις αυταπάτες του, αναζητεί απαντήσεις που θα μορφοποιήσουν το απόλυτο στην φιλία, στον έρωτα και στην ύπαρξη. Ανακαλύπτει τον φαύλο κύκλο και συναντά τον Σίσσυφο, όχι στην παθητική αποδοχή των εντολών του παραλόγου ούτε και στην υποταγή στην αέναη πανομοιότυπη πορεία: Ο Καλιγούλας αντικρίζει την παραδοξότητα του βίου και εξεγείρεται. Το παράδοξο οδηγεί στο παράλογο. Η διαπίστωση αυτή ωθεί τον άνθρωπο του Καμύ στην άρνηση των κριτηρίων που θεμελιώνουν τις νέες συνθήκες υπό τις οποίες θα λειτουργήσει το απόλυτο. Τόσο ως υλικό αίτιο μίας αναγκαιότητας του Είναι όσο και ως ποιητικό αίτιο της λυσσαλέας ένταξης στο συνδηλωτικό παράλογο, το σισσυφικό σύνδρομο δεν εγκλωβίζει σε ορισμένο ψευδαισθητηριακό περιβάλλον. Αντίθετα, ο Καλιγούλας ελευθερώνεται πλήρως αποδεσμεύοντας τις ζωτικές δυνάμεις που θα στοιχειοθετήσουν μέσα του το απόλυτο σε όλες του τις εκφάνσεις. Και αφού το αίμα έχει πλημμυρίσει το παλάτι και οι Συγκλητικοί έχουν αποφασίσει τον αφανισμό του, ο Καλιγούλας, με το κουρασμένο, από τα πολυάριθμα χτυπήματα, σπαθί του οδεύει στην οδό του μαρτυρίου, σαν ιερό σφάγιο. Έτοιμος, απέναντι στο προσωπικό του «πλήρωμα του χρόνου», ο αυτοκράτορας περιμένει το τελικό χτύπημα και τη χαριστική βολή.

Kaligoulas_passion theater (1)Η παράσταση του «Καλιγούλα», στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά διατηρεί το απαραίτητο «χρώμα» της ψυχρότητας, που απαιτεί ο φιλοσοφικός ουδέτερος λόγος, ο οποίος τέμνεται από φωνηματικές παρεμβάσεις, δια των οποίων υπογραμμίζονται ορισμένα κορυφαία συμβάντα. Η σκηνοθεσία της Αλίκης Δανέζη-Knutsen τονίζει με ιδιαίτερο τρόπο τα έκκεντρα περιστατικά και τις αλληλοδιαπλεκόμενες λεκτικές εντάσεις που δημιουργεί η σκηνογραφία του Πάρη Μέξη. Τα κουστούμια της Μαρίνας Χατζηλουκά επιχειρούν να δημιουργήσουν κλίμα «αποχρωματισμού» συναισθημάτων και ιδεολογίας χωρίς να το επιτυγχάνουν εμμένοντας στο άνευ λόγου μονοδιάστατο της ενδυματολογικής έκφρασης. Το ίδιο συμβαίνει και με τους φωτισμούς του Αλέκου Γιάνναρη, που «φωτίζουν» «εξωτερικά» και μονοεπίπεδα την αναπαράσταση του πάθους του Καλιγούλα, τον οποίο ερμηνεύει χαρακτηριστικά ο Γιάννης Στάνκογλου. Ωστόσο, από την καταιγιστική μουσική του Blaine Reininger, ο ηθοποιός προσπαθεί εναγωνίως να ερμηνεύσει την δραματική κατάσταση έτσι ώστε να μην καταστραφούν οι αρμοί που συνδέουν  το φιλοσοφικώς Είναι με το απύθμενο άγχος που βιώνει (θεατρικά) ο ήρωας. Ο κ. Στάνκογλου κατορθώνει μολαταύτα να αποδώσει με ακρίβεια, θα λέγαμε, την καμική προσωπικότητα και να αναδείξει ενδότερες πτυχώσεις του παραδόξου σε συνδυασμό με το παράλογο. Ως Σεζώνια η Θεοδώρα Τζήμου αναδεικνύει με άνεση το υποκατάστατο της αδελφής ερωμένης και φίλης δίπλα στον Καλιγούλα, όπως και ο Χαιρέας του Ιερώνυμου Καλετσάνου. Σημειωτέον ότι το σώμα των συγκλητικών υποστηρίζεται με ενάργεια και με την πρέπουσα ωριμότητα, μετατρεπόμενο ενίοτε σε κωμικοτραγική συλλογικότητα. Οι Συγκλητικοί παρακολουθούν τον Καλιγούλα προσπαθώντας, όπως ο Μέτελος του Αριστοτέλη Αποσκίτη, παραδείγματος χάριν, να ισορροπήσουν ανάμεσα στο «βολικό» γι’ αυτούς περιβάλλον του παλατιού και τις επιταγές του λαού της Ρώμης. Εξάλλου, οι ηθοποιοί Μιχάλης Afolayan, Χάρης Εμμανουήλ, Δημήτρης Λιόλιος, Γιώργος Νάκος, Στράτος Σωπύλης και Κώστας Λάσκος προσγειώνουν ορισμένες αξιωματικές δικλείδες της συλλογικής οντότητας κινούμενοι ευθύγραμμα και συμμετρικά.

Kaligoulas_passion theater (6)Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Καλιγούλας» που θα παρουσιάζεται έως τα τέλη Οκτωβρίου στο Δημοτικό θέατρο ΠειραιάΕδώ

Κριτική για την παράσταση «Όλα θα πάνε καλά (1) Το τέλος του Λουδοβίκου» της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών

 

 Από την Μαρίκα Θωμαδάκη, Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου,
τ. Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών

 

Το έργου του Ζοέλ Πομμερά, με τίτλο, «Όλα θα πάνε καλά (1) Το τέλος του Λουδοβίκου», «προειδοποιεί» για επόμενο, δεύτερο ή τρίτο, θεατρικό επεισόδιο. Ο Γάλλος συγγραφέας εστιάζει σε προβληματισμό σχετικά με την ιδεολογία και τη φιλοσοφία της Γαλλικής Επανάστασης και προβάλει μια εκ των ένδον προοπτική των πραγμάτων. Με βάση αυτό, ο παριζιάνικος θίασος παρουσιάζει το κείμενο του Πομμερά καταδεικνύοντας την εξέχουσα πολιτική ατμόσφαιρα την οποία εξυφαίνουν οι ζυμώσεις λίγο πριν ξεσπάσει το μεγάλο γεγονός της Επανάστασης. Η Επανάσταση θα αποτελέσει τη νέα αφετηρία από την οποία θα εκκινήσει μία καινούργια κοσμοθεωρία που θα οικοδομήσει τα δεδομένα μιας νέας εποχής για την Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο. Η αναγκαιότητα της στοιχειοθέτησης και της ταξινόμησης των δικαιωμάτων του ανθρώπου θα αποτελέσει εις το εξής μία καθαρή πολιτική πρόταση. Εξ αυτής προκύπτουν άλλωστε «περιφερειακά» αιτήματα χάρη στα οποία θα εδραιωθεί η συνείδηση του πολίτη ως θεσμοθετημένη οντότητα στο πλαίσιο δημιουργίας του Συντάγματος.

“Ça Ira /1 Fin de Louis” un spectacle écrit et mis en scène par Joël Pommerat

Η παράσταση στη «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση» καλύπτει με άρτιο τρόπο όλες τις συντεταγμένες που αφορούν το κορυφαίο συμβάν της Γαλλικής Επανάστασης. Άλλωστε, αναδεικνύει ορισμένες σημαντικές λεπτομέρειες μέσα από τις οποίες επικυρώνεται το προεπαναστατικό μέτωπο τόσο εκείνων που βιώνουν έντονα την οδυνηρή καθημερινότητα όσο και εκείνων που «ρητορεύουν» μετ’ ευτελείας. Ο Ζοέλ Πομμερά, συγγραφέας και σκηνοθέτης, εμπλουτίζει τον σχετικό προβληματισμό και δίνει με γλαφυρότητα στον θεατή την υπερβατική γνώση γύρω από την ορθότητα ορισμένων αποφάσεων όταν διακυβεύεται η τύχη ενός ολόκληρου λαού. Πράγματι, η σκηνοθεσία του Πομμερά μοιράζει με ακρίβεια τον λόγο και τις παραλεκτικές πράξεις δημιουργώντας το κλίμα εκείνο που τοποθετεί τον σημερινό θεατή στο εστιακό σημείο της αλήθειας η οποία μετουσιώνεται σε ηχητικό στοιχείο. Εξάλλου, τα φωτιστικά εφφέ και οι έντονοι διαξιφισμοί καλλιεργούν την αληθοφάνεια σε βαθμό που διαπλέκεται η μίμηση της αλήθειας με την αλήθεια. Οι ηθοποιοί αποδίδουν με ενάργεια, με σπάνια προφορικότητα και σωματικότητα την κειμενική «παρτιτούρα» του Ζοέλ Πομμερά χαρίζοντας στο αθηναϊκό κοινό μία παράσταση αξιώσεων.

“Ça Ira /1 Fin de Louis” un spectacle écrit et mis en scène par Joël Pommerat

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Όλα θα πάνε καλά (1) Το τέλος του Λουδοβίκου» του Ζοέλ Πομμερά που παρουσιάζεται στη Στέγη Γραμμάτων και ΤεχνώνΕδώ

To koritsi pou peftei_passion theater (3)

Κριτική για την παράσταση «Το κορίτσι που πέφτει, πέφτει, πέφτει» στο θέατρο REX

 

 Από την Μαρίκα Θωμαδάκη, Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου,
τ. Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών

Η παράσταση της Λίλο Μπάουρ, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Το κορίτσι που πέφτει, πέφτει, πέφτει», στηρίζεται σε επεξεργασμένα δραματουργικά στιγμιότυπα, από μικρές «μυθιστορίες», του Ιταλού συγγραφέα Ντίνο Μπουτζάτι. Η δραματουργική επιμέλεια των Λίλο Μπάουρ και Κώστα Φιλίππογλου απλώνεται σε κοινής θεματικής σημασίας περιστατικά, τα οποία καταλαμβάνουν τον σκηνικό χώρο προωθώντας μια αισθητική του «λιτού μπαρόκ».  Το οξύμωρο εδράζεται στην ιδιομορφία των προσώπων της αναφοράς διά της εικονικότητας σε συνδυασμό με τη σωματικότητα. Σε τελευταία ανάλυση, το θέαμα προβάλλει τη μετωνυμία ως ενδιάθετη παρουσία ενός ολοκληρωμένου σκηνικού συμβάντος.  Η σκηνοθέτις Λίλο Μπάουρ δημιουργεί ένα μικρόκοσμο φαντασμαγορίας όπου ο ρυθμός, σύμφυτος με την πτώση, δεν επιτρέπει την επικράτηση του κενού στις «μικρο-σεκάνς». Αντίθετα, η αίσθηση του κενού εμφανίζεται σπάνια, δεδομένου ότι προβάλλονται ισόποσα ο λόγος και η εικόνα: Κατά την πτώση, το κορίτσι που πέφτει, συναντάται με μιαν ιδιότυπη διαλογικότητα, διά της οποίας φέρεται στο προσκήνιο η διαύγεια της σκέψης και η καθαρότητα του συναισθήματος.  Εν ολίγοις, το κορίτσι αυτο-αναλύεται, θα λέγαμε, και βιώνει την πτώση ως ένα καθαρθέν πλεονέκτημα της ανθρώπινης οντότητας, όσο διαρκεί, μεταφορικά και κυριολεκτικά, η γήινη περιπέτεια.  Η σκηνοθεσία της κυρίας Μπάουρ συνοψίζει την ύπαρξη και τη συνύπαρξη σε πλαίσιο φιλοσοφικού στοχασμού, που προσεγγίζει ζητήματα αφορώντα σε σοφιστείες μάλλον.  Ωστόσο, η σκηνοθέτις καλεί το κοινό να τοποθετηθεί απέναντι στα παιχνίδια του μυαλού, όταν αυτό ταλαντεύεται ανάμεσα στο ασπρόμαυρο και την πολυχρωμία.  Εξάλλου, η κυρία Μπάουρ προτείνει, χωρίς φόβο και πάθος, το λιτό περιβάλλον των χαρακτήρων που μετέχουν στην «πλοκή».  Έτσι, το κορίτσι που πέφτει, συνδιαλέγεται και τις περισσότερες φορές επικοινωνεί με ομοίους τους οποίος συναντά «καθ’ οδόν».  Νεκροί ή ζωντανοί παρελαύνουν μπροστά στην αιώνια συνείδηση του εαυτού. Ποιος φοβάται τον καθρέφτη του; Την απάντηση δεν τη δίνει και δεν την παίρνει κανείς, αφού καθένας είναι ένας.

To koritsi pou peftei_passion theater (2)

Η παράσταση εκτυλίσσεται στον «άδειο» χώρο που επιμελείται, μαζί με τα κοστούμια, η Όλγα Μπρούμα, η οποία διαχειρίζεται άψογα το υλικό της σε συνάρτηση με τους καίριους φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα.  Στον ρόλο του κοριτσιού που πέφτει η Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη κινείται μεστά και με ακρίβεια, δημιουργώντας την εικόνα ενός ανάλαφρου σώματος που καταπονείται έτσι ώστε στο τέλος να εμφανίζει τα γνωρίσματα ενός γέρικου σώματος.  Το γεγονός ξαφνιάζει και εγγράφεται στην αισθητική ενός σωματικού μεταμοντέρνου φοβικού, καθώς αγγίζει τα όρια μιας μακάβριας σιλουέτας. Σε πολλαπλούς ρόλους, η Μαρία Καλλιμάνη επικυρώνει τη γοητεία του ταλέντου της, όπως και ο Κώστας Φιλίππογλου, αλλά και το σύνολο των ηθοποιών (Γιώργος Συμεωνίδης, Εριφύλη Στεφανίδου, Καλλιρρόη Μυριαγκού, Τάσος Δημητρόπουλος, Εύα Οικονόμου-Βαμβακά, Θάνος Λέκκας, Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη) στις επιμέρους σκηνικές συνθέσεις, με αποκορύφωμα την τελική εικόνα, λίγο πριν την υπόκλιση…

To koritsi pou peftei_passion theater (1)

*Η Μαρίκα Θωμαδάκη είναι Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου, τ. Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Το κορίτσι που πέφτει, πέφτει, πέφτει” που θα παρουσιάζεται έως τις 6 Ιουλίου, στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ Αθηνών & ΕπιδαύρουΕδώ

 

 

Passion theater_ H gyala (2)

Κριτική για την παράσταση «Η Γυάλα» της Τζένης Δάγλα στο Θέατρο «Φούρνος»

 

 Από την Μαρίκα Θωμαδάκη, Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου, τ. Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών

«Η Γυάλα» της Τζένης Δάγλα είναι ένας ιδιότυπος μονόλογος με προεκτάσεις (extensions) που οδηγούν το βλέμμα του θεατή στον Άλλο, τον διαφορετικό, τον εισβολέα, που έρχεται για να αρθρώσει τον λόγο ενός απύθμενου πόνου. Ωστόσο, ο μονόλογος ανταποκρίνεται πλήρως σε αυτό που επαγγέλλεται η λέξη και δικαιώνει τη λειτουργία της απεύθυνσης. Στην παράσταση του Θεάτρου «Φούρνος», ο θεατρικός μονόλογος της Τζένης Δάγλα εικονοποιεί θριαμβευτικά τις θεματικές που απλώνει στο κοινό με γενναιοδωρία η Λούσυ. Βασική θεματική, ο εγκλεισμός.

Πρωταγωνίστρια μιας διαδρομής μέσα στην πόλη, το πρόσωπο – δρων Λούσυ συνδέει ευθύβολα τη μικρή γυάλα και το χρυσόψαρο που κολυμπάει μέσα της, με την απέραντη θάλασσα που κουβαλάει νεκρές ψυχές. Ο λόγος για τη γλυκιά Μεσόγειο την οποία το ανθρώπινο λάθος μετατρέπει σ’ ένα τάφο και μια αιώνια σιωπή. Το χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα το λένε Λούσυ κι αυτό και δεν μιλάει όπως δεν μιλούν τα στόματα των πεθαμένων. Σε αυτή την παράδοξη αμφίδρομη αντίδραση, η πρωταγωνίστρια, μια μοναχική γυναίκα, μιλάει σε όλους και για όλα σαν να βρίσκονται όλοι κοντά της, σαν να μην έφυγε ποτέ κανείς, σαν να μην αυτοκτόνησε ποτέ ο διπλανός…

Passion theater_ H gyala (1)

Τη σκηνοθεσία της παράστασης υπογράφει η Άσπα Τομπούλη και κατορθώνει από έναν μικρό ελάχιστο χώρο ν’ απλωθεί σε κάθε γωνιά του θεάτρου, εκμεταλλευόμενη τόσο την υποκριτική δεινότητα της Μάνιας Παπαδημητρίου όσο και την ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι φωτισμοί του Αποστόλη Τσατσάκου. Η κυρία Τομπούλη, γνώστης της σκηνικής λεπτομέρειας, δημιουργεί, με την ακρίβεια του ερευνητικού βλέμματος, μια παράσταση αξιώσεων και υψηλής αισθητικής. Η Μάνια Παπαδημητρίου κινείται με χορευτική ρυθμολογία ανάμεσα στον μεγάλο χώρο του φαντασιακού γεγονότος της συγγραφέως και στον χώρο της αφτιασίδωτης εξομολόγησης μπροστά στο χρυσόψαρο: τα ιερά και τα όσια της ηρωίδας βρίσκονται εκεί, μέσα στη γυάλα με το νερό και μαζί με τη Λούσυ μοιράζεται τις οιμωγές της σιωπηλής ζωής. Έχουμε επανειλημμένως επισημάνει το ιδιαίτερα ευέλικτο φωνητικό ηχόχρωμα της σπουδαίας αυτής ηθοποιού που παραδίδει μαθήματα υποκριτικής μέσα από τους ρόλους τους οποίους ενσαρκώνει κάθε φορά. Στις προεκτάσεις του μονολόγου, ο Ευθύμης Χρήστου, ως Αχμέτ και ως Σούφι, εκφράζεται με άνεση και επιτελικότητα αποδίδοντας επιπλέον μια καλοδουλεμένη ζεύξη δύο μορφών με κοινό παρανομαστή.

*Η Μαρίκα Θωμαδάκη είναι Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου, τ. Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών.

Σημείωση: Το θεατρικό έργο της Τζένης Δάγλα «Η Γυάλα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Σοκόλη» στην προσεγμένη σειρά «Ελληνικό Θέατρο», που παρουσιάζει έργα σύγχρονων ελλήνων δραματουργών.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Η Γυάλα” που θα παρουσιάζεται έως τις 4 Ιουνίου, κάθε Σάββατο και Κυριακή, στο θέατρο Φούρνος, μπορείτε να βρείτε Εδώ

Passion theater_Poios fovatai thn Virtzinia Goulf (2)

Κριτική για την παράσταση «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ»

 

 Από την Μαρίκα Θωμαδάκη, Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου, τ. Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών

Το έργο του Έντουαρντ Άλμπυ «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» συναντά το «αμερικάνικο όνειρο» από τα μισά σχεδόν της διαδρομής του, από τη στιγμή δηλαδή που ο «οδοιπόρος» βρίσκει στον δρόμο του το παράδοξο για να το μετατρέψει σε παράλογο. Η κατάληξη ταυτίζεται, θα λέγαμε, με την αποδόμηση του ονείρου για καλύτερη ζωή ενώ τα άγρια πάθη ταλανίζουν την ύπαρξη και συνθλίβουν τη συνύπαρξη. Χαρακτηριστική η συνάντηση των δύο ζευγαριών – της Μάρθας και του Τζωρτζ με το κατά πολύ νεότερο ζευγάρι, της Χάνυ και του Νικ – αναδεικνύει πτυχές ενός παραλόγου που τρέφεται από τα ανθρώπινα πάθη κυρίως και λιγότερο από κοινωνικοπολιτικούς κραδασμούς. Ο Άλμπυ παρακολουθεί τους ήρωές του με ιδιότυπο ενδιαφέρον και τους «απλώνει στο τραπέζι» σαν μια σημαδεμένη τράπουλα. Ούτως ή άλλως εσωτερικά σημαδεμένη είναι όλη η ομήγυρης που καταφεύγει στο άφθονο ουίσκι της αμερικανικής χλιδής. Οι υπαινιγμοί τους οποίους χρησιμοποιεί ο Έντουαρντ Άλμπυ λειτουργούν ως υπόκωφες αλήθειες. Δι’ αυτών απειλείται η αποκάλυψη του μυστικού απέναντι σε απατηλές δομές του λόγου. Παραδείγματος χάριν, η απούσα δομή του γιου απειλείται στην ουσία της φαινομενολογίας της έτσι ώστε να δημιουργείται κλίμα φόβου και πανικού μπροστά στο ανύπαρκτο και στο ανοίκειο.

Ο Γιώργος Κιμούλης, σκηνοθέτης της παράστασης, επιλέγει να παρουσιάσει έναν εκτός σκηνής χώρο, την «καλύβα», εντός της οποίας διαδραματίζονται τα ηχηρά γεγονότα που σημαδεύουν το πρώτο κυρίως ζευγάρι, τη Μάρθα και του Τζωρτζ. Πράγματι, το απόν δρων – γιος καθίσταται επίκεντρο μιας άγριας σύγκρουσης ανάμεσα στη Μάρθα και τον Τζωρτζ ενώ αποκαλύπτονται οι αλήθειες, τα ψέματα, τα μυστικά και η απάτη. Ο γιος είναι καθώς φαίνεται ανύπαρκτος, δεν γεννήθηκε ποτέ και, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ εφόσον συντηρείται από φαντασιακά στοιχεία. Το νεαρό ζευγάρι, από τη δική του την πλευρά, χάνει βαθμιαία την υποτιθέμενη ισορροπία που το διατηρούσε σε φυσική εγρήγορση και καταλήγει σε μια συγκρουσιακή ανισορροπία η οποία ξεδιπλώνει το νήμα των μύχιων σκέψεων και της επιθυμίας. Η παράσταση του κυρίου Κιμούλη προκρίνει το μέτρο του ρυθμού και την αισθητική ενός μπαρόκ δια του οποίου ενισχύεται έτι περαιταίρω ο παραλογισμός της ατμόσφαιρας που επικρατεί.

Passion theater_Poios fovatai thn Virtzinia Goulf (1)

Η Νίκη Παλληκαράκη (Μάρθα), παρά τις υπερβολές στην υποκριτική της διάθεση, δημιουργεί μια έντονη φιγούρα εμμονών χάρη στις οποίες προσδιορίζεται ευσύνοπτα το πρόσωπο της αναφοράς του Έντουαρντ Άλμπυ. Ο Άκις Βλουτής (Τζωρτζ) υψώνει το χαρακτήρα που ερμηνεύει σε σταθερά της παράστασης προβάλλοντας την άψογη κίνηση σε συνδυασμό με την άρτια εκφορά του λόγου και όχι μόνο. Εν ολίγοις, ο κύριος Βλουτής σωματοποιεί τα σημεία που απαρτίζουν τον ρόλο και κατορθώνει να δημιουργήσει μια εξαιρετική θεατρική σιλουέτα με αξιώσεις σπάνιας σκηνικότητας. Ο Σαράντος Γεωγλερής (Νικ) υποδύεται με αρκετή άνεση ένα χαρακτηριστικό της γραφής του Άλμπυ πρόσωπο. Η Τζωρτζίνα Λιώση (Χάνυ) ενσαρκώνει ευθύβολα το ήθος της νεαρής αστής που φθάνει στο σημείο να χάσει τη γη κάτω από τα πόδια της. Η ταλαντούχα ηθοποιός αποδίδει με ιδιαίτερη φυσικότητα τον ρόλο της απογειώνοντας έτσι επί ίσοις όροις τόσο την θεατρικότητα όσο και την θεαματικότητα της συνθήκης που δημιουργείται στον μικρόκοσμο του έργου.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;” που θα παρουσιάζεται έως τις 7 Μαΐου, από Τετάρτη έως και Κυριακή, στο θέατρο Από μηχανής, μπορείτε να βρείτε Εδώ

Passion theater_Klytaimnistra 2

Κριτική για την παράσταση «Κλυταιμνήστρα;» του Ανδρέα Στάικου

8407

 

 

Από την Μαρίκα Θωμαδάκη, Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου, τ. Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών

Το έργο του Ανδρέα Στάικου «Κλυταιμνήστρα;» επανέρχεται στη αθηναϊκή σκηνή σε σκηνοθεσία Ζωρζίνας Τζουμάκα. Το κείμενο του Στάικου πραγματεύεται την ιστορία της Ηλέκτρας μέσα από την Κλυταιμνήστρα, στο πλαίσιο εντούτοις μίας θεατροποίησης που τέμνει σε βάθος τα πρόσωπα της οικογένειας  των Ατρειδών. Το ενδιαφέρον του έργου εστιάζει στην αναζήτηση της Ηλέκτρας και της Κλυταιμνήστρας ως δύο ρόλων που έχουν ανατεθεί σε δύο ηθοποιούς σε περιοδεία. Θα μπορούσαμε στο σημείο αυτό να πούμε ότι οι δύο πρωταγωνίστριες εκκινούν  διαγραμματικά από τις μυθολογικές παρουσίες για να καταλήξουν σε μία σημερινή και επίκαιρη εκδοχή. Ο Ανδρέας Στάικος παραδίδει στη σκηνή του θεάτρου δύο «απομεινάρια» ρόλων που προέρχονται από μία εξωκειμενικής φύσεως πανωλεθρία μορφών και καταστάσεων. Έτσι, ο μικρόκοσμος του Ανδρέα Στάικου οδηγείται στην αμφισβήτηση του ερωτηματικού, δημιουργώντας την αισθητική ενός μεταμοντέρνου που καταλύει το μοντέρνο και το νεωτερικό. Προτείνει θα λέγαμε έναν κόσμο παράλογο σαν το «Τέλος του παιχνιδιού».  Η  σκηνοθεσία της Ζωρζίνας Τζουμάκα ακολουθεί το πανδαιμόνιο των επιλογών του συγγραφέα αναμειγνύοντας το υλικό αίτιο, το μορφικό, το ποιητικό και το τελικό.

Passion theater_Klytaimnistra

Η Χριστίνα Δενδρινού και η Μαρία Μπρανίδου ερμηνεύουν με κέφι και με στοιχεία εξπρεσιονισμού τις δύο ηθοποιούς που δοκιμάζουν τα λόγια τους για μία υποτιθέμενη παράσταση. Ωστόσο, σε τακτά διαστήματα ξεχνούν τους ρόλους τους και παρασύρονται από την φρενίτιδα της «πολύχρωμης» ουσίας των πραγμάτων. Μέσα από αυτή την ουσιαστική κοσμοαντίληψη προάγεται η χαρά της ζωής και η ηδυπάθεια που τονίζονται από μουσικές γέφυρες. Τα κουστούμια και τα αντικείμενα που απλώνονται γύρω από τις δύο ηθοποιούς αφανίζουν την Κλυταιμνήστρα αφαιρώντας της και το ερωτηματικό…

Passion theater_Klytaimnistra 1

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Κλυταιμνήστρα;” που θα παρουσιάζεται για λίγες ακόμη παραστάσεις κάθε Παρασκευή και Σάββατο στο θέατρο ΜΠΙΠ, μπορείτε να βρείτε Εδώ

Passion theater_Amlet vs telma (3)

Κριτική για την παράσταση «Άμλετ VS Τέλμα» στον Πολυχώρο Πολιτισμού «Διέλευσις»

Α8407πό την Μαρίκα Θωμαδάκη, Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου, τ. Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών

 

 

 

Ο Άμλετ είναι το αγαπημένο παιδί του Σαίξπηρ αλλά και της παγκόσμιας δραματουργίας. Ο μύθος του Άμλετ έλκει την καταγωγή του από τον μύθο του Ορέστη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο μυθικό ήρωα, ο Άμλετ έχει αναλυθεί από σύγχρονους διανοητές, υπό το πρίσμα της λογοτεχνικής κριτικής, των ψυχαναλυτικών θεωριών, της σημειωτικής μεθοδολογίας κ.ο.κ. Πράγματι, ο μύθος του Ορέστη προβάλλει, κυρίως, την αντίδραση του προσώπου της αναφοράς  κάτω από συνθήκες ακραίες, όπως η μητροκτονία. Ομοίως, ο Άμλετ τροφοδοτεί και ενδυναμώνει τα κριτήρια που δημιουργούν πιθανότατα μία διακεκριμένη αντίδραση απέναντι στους δολοφόνους του πατέρα. Όπως και ο Ορέστης, ο Άμλετ βάλλει αιχμηρά κατά της Γερτρούδης, της μητέρας του, και καταλήγει να γίνει ο δημιουργός μίας ολικής καταστροφής που συμπαρασύρει τον ίδιο, την οικογένειά του και ολόκληρο το βασίλειο της Δανίας.  Ο Άμλετ αντιμετωπίζει την παράσταση επικολυρικά.

Passion theater_Amlet vs telma (2)

Η «ανάγνωση» του Martin Lings σε συνδυασμό με την κοσμοθεωρία της Χρυσάνθης Κορνηλίου που σκηνοθετεί την παράσταση «Άμλετ VS Τέλμα» στο θέατρο «Διέλευσις» οδηγεί το συνολικό θέαμα στην κατάθεση ενός σκεπτικισμού που στηρίζεται, εν πολλοίς, στην αισθητική μίας ήρεμης παλέτας χρωμάτων δια των οποίων ο Άμλετ αντιμετωπίζεται ως ανθρώπινη οντότητα σε περιβάλλον τελματοποιημένο. Στο εν λόγω περίβλημα των ποικίλων που εγείρει ο Άμλετ, οι ζωτικές δυνάμεις του ατόμου περιορίζονται αισθητά και αποτυπώνουν την εικόνα της αδυναμίας για αντίσταση.  Ο Άμλετ είναι ένα ήρωας «καθισμένος»  και δεν υπάρχει πιθανότητα να αποδράσει από τον εγκλεισμό της ψυχής που είναι το κύριο μέλημά του όταν αναφωνεί για παράδειγμα «Να ζει κανείς ή να μη ζει;»

Passion theater_Amlet vs telma (1)

Η σκηνοθέτις Χρυσάνθη Κορνηλίου τοποθετεί την πλοκή του σαιξπηρικού Άμλετ μέσα σε έναν χώρο μοναστηρίου θα έλεγε κανείς, σε έναν χώρο δηλαδή που ευνοεί τη στατικότητα και την περιορισμένη δράση.  Μολαταύτα, η παράσταση δεν αφήνει τίποτα έξω καθώς παρουσιάζονται στο σκηνικό χώρο όλες οι εκφάνσεις της πλοκής του «Άμλετ» και αποδίδεται όλη ή ένταση των φόνων και της ψυχικής κακουχίας των ηρώων που διαπλέκονται στο αφήγημα του Άμλετ. Κανείς δεν είναι νικημένος ούτε νικητής, ενώ το εν γένει περιβάλλον του σαιξπηρικού ήρωα προσπαθεί να διατηρήσει την επαφή του με την κοινωνικότητα μέσω της οντολογίας. Πρόκειται μάλλον για μία ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στο Ον και την «Οντολογία». Οι αναζητήσεις της Χρυσάνθης Κορνηλίου απλώνονται σε ένα επέκεινα οριακό καθοριζόμενο από την ιδέα της αιώνιας επιστροφής και από τους απόκρυφους δρόμους που θα οδηγούσαν στις πύλες της ψυχής.

Μαρία Μαλούχου, Γιάννης Μπόγρης, Κωνσταντίνος Συράκης
Μαρία Μαλλούχου, Γιάννης Μπόγρης, Κωνσταντίνος Συράκης

Στο ρόλο του Άμλετ, ο Γιάννης Μπόγρης  ερμηνεύει με ξεχωριστό πάθος τον ήρωα του Σαίξπηρ. Την ίδια υποκριτική οδό ακολουθεί η Γερτρούδη της Μαρίας Μαλλούχου και η Οφηλία της Αυγής Φαρόγιαννη, ενώ ο Μάρκος Ζωίδης  στο ρόλο του Πολώνιου αποδίδει μία εικόνα αρκετά πολύπλοκη σαν μία αφετηρία προς το πολυδαίδαλο της ανθρώπινης φύσης. Ως Κλαύδιος, ο Κωνσταντίνος Συράκης αποδίδει με πιστότητα τον δόλο και το αποτέλεσμα του φόνου. Σημειωτέον ότι ένα σημαντικό εύρος ρόλων  αποδίδεται με ομαλότητα και τάξη από τους ίδιους τους ηθοποιούς της πολλαπλής διανομής. Αυτό οφείλεται εν πολλοίς στην ευρηματική ενδυματολογία της Αυγής Φαρόγιαννη με εξέχον στοιχείο το μακρύ ράσο. Τέλος, οι εξαίρετοι φωτισμοί του Πάνου Γκόλφη δημιουργούν υποβλητικό κλίμα στα όρια της μεσαιωνικής αισθητικής.

Το teaser της παράστασης:

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Άμλετ Vs Τέλμα” που παρουσιάζεται κάθε Τετάρτη και Κυριακή στον Πολυχώρο Πολιτισμού Διέλευσις, μπορείτε να βρείτε Εδώ