Ετικέτα: Μακμπέθ

Τώνια Ράλλη: “Ο Μακμπέθ είναι άνθρωπος, απ’ τους καλούς”

από την Άννα Μαύρου (Anna Black)

Παρακολουθήσαμε το αριστουργηματικό έργο «Μακμπέθ», την αιματοβουτηγμένη τραγωδία του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, που παρουσιάζεται στο αγαπημένο “Rabbithole” στο Μεταξουργείο, θέατρο που μας έχει χαρίσει πολλές  όμορφες παραστάσεις, με σκηνοθεσίες που μένουν χαραγμένες στο μυαλό για χρόνια. Την σκηνοθεσία της παράστασης επωμίστηκε η Τώνια Ράλλη, βασικό στέλεχος της ομάδας και του θεάτρου και μας παραχώρησε μία όμορφη κουβέντα.

Αγαπημένη Τώνια, ξανά στο θέατρο, επιτέλους! Τι σε ώθησε να σκηνοθετήσεις το «καταραμένο έργο» του Βάρδου;

Τώνια Ράλλη: Μια πτώση, την οποία ακολούθησε μια επιθυμία να «ξορκίσω» την υπερβολική σημασία που δίνουμε πολλές φορές στα πράγματα. Μια έντονη αίσθηση ματαιότητας και χαμένων προτεραιοτήτων με έκανε να σκέφτομαι συχνά τα παιδικά μου χρόνια, εκείνη την εποχή όπου τα ενδιαφέροντά μου ήταν πιο απλά και εφήμερα, αλλά ταυτόχρονα πιο ισχυρά. Σκέφτηκα τις τρεις μάγισσες του έργου ως τρία κακόβουλα παιδιά που αποφασίζουν να βασανίσουν και να κοροϊδέψουν έναν πολλά υποσχόμενο, ανυποψίαστο ενήλικα με ακέραιο χαρακτήρα και υπερβολική σιγουριά για τον εαυτό του. Για αυτές, η ζωή είναι γεμάτη παιχνίδι και δοκιμές – για αυτόν, γεμάτη διλήμματα και αγωνία για σωστές επιλογές. Η συνάντηση αυτών των δύο κόσμων γεννά, κατ’ εμέ, τα πιο συγκινητικά σημεία του έργου. Το διττό κυριαρχεί στο «Μακμπέθ» μ’ έναν αξιοθαύμαστο τρόπο. Την έμπνευση αυτή τροφοδότησε, εν τέλει, ο πλούτος των σκέψεων που παραθέτει ο συγγραφέας στο αριστουργηματικό αυτό κείμενο: «η σιγουριά είναι ο πρωταρχικός εχθρός των θνητών», «όλα μας τα χθες φωταγώγησαν τρελούς καθ’ οδόν προς τη σκόνη του θανάτου», «η πράξη πνίγεται στην εικασία και άλλο δεν υπάρχει εκτός απ’ αυτό που δεν υπάρχει», «ακόμη κι αν όλα τα αίσχη φορέσουν την όψη της χάριτος, η χάρις θα έχει την ίδια όψη», «όλα όσα πρέπει να συνοδεύουν το γήρας –αγάπη, υπακοή, πλήθη φίλων– εγώ δεν πρέπει να τα περιμένω» – και τόσα άλλα σημεία τα οποία πόθησα (δεν βρίσκω καλύτερη λέξη) να μοιραστώ με του συνεργάτες μου και το κοινό.

Δεδομένου ότι κυκλοφορούν πολλές μεταφράσεις του έργου (Χειμωνάς, Μπελιές κτλ.) και ομολογουμένως όλες από τους καλύτερους στο είδος τους, γιατί επέλεξες αυτή του Δ. Δημητριάδη, την οποία σημειωτέον θεωρώ προσωπικά ότι είναι πραγματικά εξαιρετική.

Τώνια Ράλλη: Ξεκίνησα να δουλεύω πάνω στον Σαίξπηρ πριν μια δεκαετία και, στο διάστημα αυτό, επέλεξα κατ’ επανάληψη τις μεταφράσεις του Ερρίκου Μπελιέ. Ο Σαίξπηρ γίνεται αφορμή για υπέροχες μεταφράσεις, όπως αυτές του Χειμωνά, που όμως μου άρεσαν πολύ περισσότερο στο χαρτί απ’ όσο στην πράξη, καθώς ανοίγουν πόρτες προς άλλα, σημαντικά νοήματα, τα οποία όμως δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο. Ο Σαίξπηρ είναι μεγάλος θεατρικός συγγραφέας γιατί η πληροφορία που δίνει για κάθε χαρακτήρα του έχει τόση συνέπεια που ο ίδιος ο λόγος που δυσκολεύει τον σύγχρονο ηθοποιό, ταυτόχρονα τον εξυπηρετεί. Θέλει υπομονή, εμπιστοσύνη στο κείμενο, ανοιχτά αυτιά και ενεργά μάτια. Ο Μπελιές είναι απλός και ουσιαστικός με τα νοήματα του συγγραφέα και αντιμετωπίζει τα κείμενά του ως θεατρικά έργα, που θα παιχτούν στη σκηνή. Ωστόσο, όταν ξεκινούσαμε την προετοιμασία για το «Μακμπέθ», η Νάντια (Μαργαρίτη), με την οποία συνεργαζόμαστε χρόνια, μου έφερε μια (εξαντλημένη) μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη που μου κίνησε την περιέργεια. Στο παρελθόν είχαμε ανεβάσει σε μετάφρασή του το «Μπαλκόνι» του Ζαν Ζενέ, μια εξαιρετική απόδοση. Ο Δημητριάδης έχει άλλα όπλα, έχει ζωηρό ενδιαφέρον για τα πάθη του ανθρώπου, επιστρατεύει όλη του τη φαντασία και παραδίνεται σε παιχνίδια του λόγου όπως κι ο Σαίξπηρ, ιδίως στο συγκεκριμένο έργο. Όταν διαπίστωσα πόσο πιστός είχε παραμείνει στους χαρακτήρες και στα νοήματα, αποφάσισα χωρίς δεύτερη σκέψη πως ήταν καιρός να δοκιμάσω κάτι καινούργιο.

Τι συμβολίζουν για σένα οι 3 μάγισσες που συναντά στο δρόμο του ο στρατηγός Μακμπέθ;

Τώνια Ράλλη: Η αλήθεια είναι πως δεν τις σκέφτομαι τόσο συμβολικά, όσο ως πραγματικά πρόσωπα. Τις βλέπω σαν μια μικρή «φυλή», εξόριστη από την κοινωνία, περιθωριοποιημένη. Βλέπουν τη ζωή με άλλα μάτια και αυτό τους επιτρέπει να έχουν μια εποπτεία πάνω στα πράγματα, να βλέπουν και να βιώνουν τη ζωή ως χωροχρόνο, όχι γραμμικά όπως οι «κοινοί θνητοί». Εν τέλει, μάλλον είναι όλα όσα δεν μπορεί να καταλάβει ο ήρωας, ίσως γιατί αποστρέφεται την ύπαρξη του διαφορετικού. Στο έργο υπάρχει μια μικρή σκηνούλα όπου γίνεται αναφορά στον καλό βασιλιά της Αγγλίας που δανείζει στη Σκωτία τον στρατό του προκειμένου να πέσει ο τύραννος Μακμπέθ. Ο βασιλιάς αυτός γιατρεύει αρρώστους με ένα άγγιγμά του και με προσευχές, έχει το δώρο της ουράνιας προφητείας και άλλα τέτοια χαρίσματα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως, στα μάτια των ανθρώπων, ο βασιλιάς αυτός συμβολίζει το καλό και οι μάγισσες το κακό.


Ο Μακμπέθ είναι τόσο τραγική φιγούρα και που παρόλο που δυσκολεύει τον θεατή να ταυτιστεί, κατορθώνει εντέλει να γίνει συμπαθής. Πως τον προσέγγισες σκηνοθετικά;

Τώνια Ράλλη: Το πιο δύσκολο στην προσέγγιση αυτού του ρόλου –το όνομα του οποίο έχει διεισδύσει στο συλλογικό υποσυνείδητο ως φονιάς, τύραννος, φιλόδοξος, εκδικητικός, κακός– είναι να βρεις την αρχή του. Τι άλλο ήταν πριν. Με τον Συμεών (Τσακίρη), τον προσεγγίσαμε ως έναν πραγματικά τίμιο, ενάρετο, θαρραλέο στρατηγό στην υπηρεσία του καλού. Τον Μακμπέθ τον συναντάμε στην αρχή του έργου ως υπερασπιστή ενός δίκαιου αγώνα, ως τέτοιος μας συστήνεται από τους υπόλοιπους. Για εμένα, λοιπόν, το κλειδί ήταν το εξής: οι σκέψεις τού να κυνηγήσει άτιμα την εξουσία που του υπόσχονται οι μάγισσες είναι απλώς σκέψεις. Το ότι ο συγγραφέας τον βάζει να τις κάνει φωναχτά δεν σημαίνει ότι έχει ήδη γίνει τέρας. Είναι οι σκοτεινές σκέψεις που περνούν απ’ τα μυαλά όλων μας, φευγαλέα, κάθε μέρα και κυρίως τις στιγμές που δεν τις περιμένουμε. Αυτές που αποδιώχνουμε με ένα τίναγμα του κεφαλιού ή ένα κλείσιμο των ματιών. Ο Μακμπέθ είναι άνθρωπος, απ’ τους καλούς. Αυτή είναι και η πρόκληση για τις μάγισσες που τον εμπαίζουν – ότι ακόμα και ένας τέτοιος μπορεί να διαφθαρεί και να αυτοκαταστραφεί. Για τον ίδιο λόγο, υπάρχει πάντα η αμφιβολία για τον Μάλκολμ, που έρχεται στο τέλος του έργου ως γνήσιος διάδοχος του θρόνου για να επαναφέρει την τάξη. Θα καταφέρει άραγε να παραμείνει «άσπιλος στα υψηλά καθήκοντά του» όπως ο βασιλιάς πατέρας του; Τέλος, η πιο συγκινητική ανακάλυψη για τον χαρακτήρα του Μακμπέθ ήταν ότι, ακόμα κι όταν γεμίζει από απόλυτη περιφρόνηση για τη ζωή, την ανθρώπινη ύπαρξη, η οποία φωταγωγείται απ’ την υπόσχεση ενός «τιποτένιου» αύριο, δεν είναι ικανός να κάνει κάτι άλλο εκτός απ’ το να συνεχίσει να αναπνέει. Σε αντίθεση με τη γυναίκα του, η οποία αφαιρεί η ίδια τη ζωή της. Ο Μακμπέθ παραμένει ο λιγότερο σκοτεινός, μέχρι το τέλος.

Ποια θεωρείς την πιο αχαλίνωτη επιθυμία για εξουσία, εκείνη της λαίδης συζύγου ή του ίδιου του Μάκμπεθ;

Τώνια Ράλλη: Αυτό είναι απ’ τα πιο δύσκολα ερωτήματα. Ίσως η Λαίδη Μακμπέθ ενδίδει πιο άμεσα στην ταχύτητα της επιθυμίας αυτής. Η Λαίδη είναι σύντροφος, είναι γυναίκα, είναι στήριγμα, αλλά είναι και ένας χαρακτήρας πολύ δυναμικός που απολαμβάνει την εξουσία και τη διεκδικεί και μέσα στη σχέση της με τον Μακμπέθ. Εκείνος, από την άλλη, είναι ήδη μέσα στο στίβο της προσωπικής ανέλιξης και οι επιδόσεις του τού χαρίζουν επαίνους και αξιώματα το ένα μετά το άλλο. Αυτό που περνάει απ’ το μυαλό και των δύο, η Λαίδη ίσως το σχεδιάζει πιο ελεύθερα. Στη συνέχεια, βέβαια, η ζυγαριά γέρνει προς την άλλη πλευρά γιατί ο Μακμπέθ, μην μπορώντας να ξεκάνει αυτό που έκανε, αποδέχεται και ενσαρκώνει πλήρως το ρόλο του ως Κακός. Και η Λαίδη μετατρέπεται σιγά-σιγά σε κάτι όλο και πιο ανυπόστατο, με μόνο της μέλημα να προσπαθήσει να τον κατευνάσει. Το πιο ενδιαφέρον στο «Μακμπέθ», πάντως, είναι μάλλον η απομυθοποίηση της εξουσίας. Ο ήρωας οδηγείται «σε πλήρη σύγχυση» και συνεχίζει να ψάχνει, με σπασμωδικές κινήσεις, αυτό που πια δεν ξέρει αν εξακολουθεί να επιθυμεί.

Κλείνοντας θα δανειστώ μία ατάκα του έργου…τελικά η εξουσία, πόσο βρώμικα χέρια απαιτεί;

Τώνια Ράλλη: Σκέφτομαι τα λόγια του πατέρα μου – πως η εξουσία φέρει ευθύνη, πως δεν είναι λογικό και δίκαιο να έχεις το ένα δίχως το άλλο. Η εξουσία δεν πιστεύω πως απαιτεί βρώμικα χέρια. Απλώς σπανίζουν οι άνθρωποι που είναι ικανοί να τη διαχειριστούν χαρισματικά και με ηθική. Ο Μακμπέθ το θίγει πολύ όμορφα στην αρχή του έργου: «Τολμώ όσα αρμόζουν σ’ έναν άντρα. Όποιος τολμά πιο πολλά, δεν είναι άντρας».

Το έργο θα πάρει παράταση έως 14 Νοεμβρίου και θα παίζεται κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 21:00, στο RABBITHOLE (Γερμανικού 20, Μεταξουργείο)

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ

Tomorrow and tomorrow and tomorrow
Creeps in this petty pace from day to day
To the last syllable of recorded time;
And all our yesterdays have lighted fools
The  way to dusty death.

 To αύριο, κι αύριο πάλι το αύριο, σέρνει
το τιποτένιο βήμα του από μέρα σε μέρα
ως την έσχατη συλλαβή του εγγεγραμμένου χρόνου·

Κι όλα μας τα χθες φωταγώγησαν τρελούς
καθ’ οδόν προς τη σκόνη του θανάτου.