Κατηγορία: Αφιερώματα

fanis pavlopoulos_passion theater (4)

Φάνης Παυλόπουλος: Το ξεπούλημα της προσωπικής ηθικής του καθένα γίνεται κάθε μέρα ακόμα και στις μικρές μας στιγμές, όταν κλείνεις με το αμάξι σου τη ράμπα των ΑΜΕΑ για να πεταχτείς δύο λεπτά στο σούπερ μάρκετ για να αγοράσεις σολομό.

10945870_10153054393364691_3752937194273345367_oΥπεύθυνη Συνέντευξης: Άννα Μαύρου (Anna Black)

Πάλι μεγάλος θα μου βγει ο πρόλογος. Τον πρωτοερωτεύτηκα το 2013, που άλλαζε ρόλους σαν τα πουκάμισα, στην παράσταση «ΓΑΜ», του ομώνυμου βιβλίου της αγαπημένης Κατερίνας Έσσλιν, σε σκηνοθεσία του λατρεμένου Δημήτρη Μπογδάνου, στο θέατρο-σπίτι Θησείον-ένα θέατρο για τις τέχνες. Πολλές αγάπες σε μία πρόταση. Παράσταση λατρεία.
Αυτή η φωνή δεν ξεχνιέται με τίποτα και όσο και αν προσπάθησαν το 2014 στο «Αρμαντέιλ» να μου τον κρύψουν πίσω από τον ρόλο του γερο-Μπάσγουντ, θα τον αναγνώριζα παντού, αφού όταν μιλάει ακούω τον αέρα να χαϊδεύει ένα μεταλλικό wind chime. Τόσο καθαρές νότες σε φωνή. Μετά πέρασε στη άγρια μεριά, παίζοντας στο Κουρδιστό Πορτοκάλι του Κακλέα, υπερασπίζοντας, με πάθος όπως ξέρει να κάνει, το ρόλο του κακού αυτή τη φορά. Είναι ο fanellas στο instagram με κάτι ψωροχιλιάδες followers στον λογαριασμό του λόγω των υπέροχων φωτογραφιών που κάνει κλικ, με το κινητό του παρακαλώ, ιδρυτικό μέλος των AbOvo και η ψυχή του Bob Festival.

Put your hands together ladies and gentlemen: Φάνος Παυλόπουλος, περί ου η παθιασμένη συνέντευξη αυτή.

Ο Φάνης γεννιέται…
Φάνης Παυλόπουλος: Γεννήθηκα στο Άργος. Μεγάλωσα μέσα στο οικογενειακό παιχνιδάδικο και μετέπειτα πρακτορείο διανομής Τύπου.

Ο ηθοποιός Φάνης γεννιέται…
Φάνης Παυλόπουλος: Όταν πήγαινα Πέμπτη δημοτικού ο τότε δάσκαλος μου ήταν πρόεδρος στο Δημοτικό θέατρο Άργους. Ανέβαζαν μια παιδική παράσταση κι έκαναν οντισιόν για τον ρόλο του εγγονού. Πήγα λοιπόν μαζί με 2-3 συμμαθητές, διαβάσαμε όλοι το κείμενο και εγώ πήρα τον ρόλο. Εμφανιζόμουν μόνο στην αρχή του έργου, έλεγα καμιά δεκαριά ατάκες κι αυτό ήταν. Ήμουν πολύ περήφανος θυμάμαι. Μετά κάναμε διάφορες “παραγωγές” στη γειτονιά με τους φίλους μου. Παίζαμε σε μια είσοδο πολυκατοικίας διάφορα σκετς δικής μας έμπνευσης.  

Philip Ridley, o σύγχρονος παραμυθάς, έγραψε το Radiant Vermin (Λαμπρά παράσιτα) και δημοσιεύθηκε το 2015. Πως έγινε η επιλογή του συγκεκριμένου έργου; 
Φάνης Παυλόπουλος: Το έργο ήταν επιλογή του Χάρη Αττώνη. Διάβασε αρκετά έργα και κατέληξε σε αυτό. Μου πρότεινε να παίξω τον ρόλο της Miss Dee. Διάβασα το κείμενο μου άρεσε υπερβολικά και είπα “Ναι, εννοείται πως θα το κάνω!”. 

 fanis pavlopoulos_passion theater (1)

Μετά τις διαφημίσεις της μουσάτης μαμάς που άφησαν εποχή, τώρα σε ξαναβρίσκουμε σε ένα γυναικείο ρόλο. Υποδύεσαι την Miss Dee στα «Λαμπρά παράσιτα».
Φάνης Παυλόπουλος: Η μουσάτη μαμά ήταν δύσκολη απόφαση η αλήθεια. Στο κάστινγκ ντρεπόμουν λίγο. Αυτή ήταν μια κλασσική υπερπροαστατευτική μαμά. Η Miss Dee από την άλλη δεν είναι ένας καθαρά γυναικείος χαρακτήρας. Είναι ένα ον που κινείται ανάμεσα στα δύο φύλα. Αλλάζει ανάλογα με τον στόχο της. 
 
Σε ποιά στοιχεία βασίστηκες ώστε να χτίσεις την Μεφιστοφελική φιγούρα της Miss Dee.
Φάνης Παυλόπουλος: Η Miss Dee που δημιούργησα θα μπορούσε να είναι η αγαπημένη αλλά συνάμα καταπιεστική θεία που μας ταΐζει με το ζόρι κάθε μία ώρα και δεν μπορούμε να πούμε όχι. Μαζί με το απόλυτο κακό.


Μέχρι που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος προκειμένου να κορέσει την υλική απληστία του;
Φάνης Παυλόπουλος: Ο Μαχάτμα Γκάντι είχε πει “Ο κόσμος είναι αρκετά μεγάλος για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του κάθε ανθρώπου, αλλά πολύ μικρός για να ικανοποιήσει την ανθρώπινη απληστία”. 

Η Τζιλ και ο Όλλυ θυσιάζουν την ηθική τους και 
όλο το σύστημα ανθρωπίνων αξιών στο βωμό του υπερκαταναλωτισμού. Παρόλα αυτά δεν τους μισούμε. Μήπως επειδή είμαστε λίγο ίδιοι με αυτούς;
Φάνης Παυλόπουλος: Ξέρεις, ρωτάω κάποιους θεατές μετά τις παραστάσεις αν θα έκαναν το ίδιο με την Τζιλ και τον Όλλυ, και οι μισοί μου απαντούν θετικά.
Ίσως γιατί γνωρίζουν ότι ποτέ ένα νεκρό σώμα δεν θα μεταμορφωθεί σε ντιζαινάτη κουζίνα ή κήπο με γκαζόν οπότε η απάντηση είναι εύκολη. Γι’αυτό ίσως συμπαθούμε τους χαρακτήρες. Το πρόβλημα είναι πόσοι από αυτούς θεωρούν τους άστεγους παράσιτα και περιττούς. Το ξεπούλημα της προσωπικής ηθικής του καθένα γίνεται κάθε μέρα ακόμα και στις μικρές μας στιγμές. Ακόμα κι όταν κλείνεις με το αμάξι σου τη ράμπα των ΑΜΕΑ για να πεταχτείς δύο λεπτά στο σούπερ μάρκετ για να αγοράσεις σολομό.
 

Υπάρχει ελπίδα θεωρείς για το ανθρώπινο γένος σε ένα κόσμο που κυβερνά η μιμητική επιθυμία;
Φάνης Παυλόπουλος: Χωρίς μιμητική επιθυμία ούτε ελευθερία θα είχαμε ούτε πολιτισμό, μπορεί να μην υπήρχε καν η ανθρωπότητα. Οι άνθρωποι έχουμε μια έντονη ροπή προς τη μίμηση σε βαθμό που αναρωτιέμαι ποιες από τις  επιθυμίες μας είναι όντως δικές μας. Δεν πιστεύω πως θα καταφέρουμε ποτέ να μιμηθούμε αποκλειστικά και μόνο το “καλό”. Καμία αισιοδοξία για το ανθρώπινο γένος…
 
Ο Ridley έχει πει ότι απλά «κοιτάει έξω από το παράθυρό του και γράφει». Εσύ πως υποδύεσαι ρόλους; 
Φάνης Παυλόπουλος: Όταν διαβάζω το κείμενο φαντάζομαι πως περίπου θα ήταν ο χαρακτήρας που καλούμαι να υποδυθώ. Πρώτα βρίσκω το σώμα του χαρακτήρα, σταδιακά το περπάτημά του, τις κινήσεις του και τέλος τη φωνή του. Έχω πλύνει πιάτα στο σπίτι σαν γερο Μπασγουντ όταν κάναμε πρόβες για το Αρμαντέιλ…. 
 
Mε τη φωτογραφία πως έμπλεξες έτσι;
Φάνης Παυλόπουλος: Τυχαία θα έλεγα. Δεν είχα καμία σχέση με τη φωτογραφία. Η αρχή έγινε με αφορμή το instagram. Κατέβασα το app και άρχισα να φωτογραφίζω ό,τι να ‘ναι στην αρχή. Σταδιακά άρχισα να ακολουθώ διάφορους χρήστες του εξωτερικού επηρεάστηκα από αρκετούς και άρχισα να πειραματίζομαι καθημερινά.   
 
Τα μελλοντικά σου θεατρικά σχέδια τι περιλαμβάνουν; 
Φάνης Παυλόπουλος: Κάθε Κυριακή πρωί μπορείτε να με δείτε στο θέατρο Κάππα στην παιδική παράσταση “Το αγόρι με τη βαλίτσα” σε σκηνοθεσία Ηλία Καρελλά και παράλληλα κάνω πρόβες για την νέα παραγωγή των abovo σε σκηνοθεσία Γιάννη Σαρακατσάνη που θα κάνει πρεμιέρα μέσα Φεβρουαρίου στο θέατρο 104
 
Ένα όνειρο σου για το μέλλον, όπως προκύπτει μέσα από την παράστασή σας; 
Φάνης Παυλόπουλος: Να εξαφανιστούν όλες οι Miss Dee από τον κόσμο
 
Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση Λαμπρά παράσιτα που παίζεται στο θέατρο Tempus Verum-Eν Αθήναις, κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή Εδώ
 
 Μερικές φωτογραφίες από τον προσωπικό λογαριασμού του Φάνη στο instagram:
 
 
 
 

Κριτική για την παράσταση «Η Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» του Ζοέλ Πομμερά στο Θέατρο Τέχνης (Υπόγειο)

 

 Από την Μαρίκα Θωμαδάκη, Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου,
τ. Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών

 

Ο  Ζοέλ Πομμερά θεωρείται σήμερα, σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, (και όχι μόνο) ένας από τους σπουδαιότερους θεατρικούς συγγραφείς, στο σταυροδρόμι των πολιτισμικών μετασχηματισμών της εποχής μας. Η γραφή του Γάλλου δραματουργού χαρακτηρίζεται από ιδιοτυπία και διεκπεραιωτική μετάδοση εννοιολογημάτων και θεματικών. Ωστόσο, ο Πομμερά μεταλλάσει με μαεστρία θα λέγαμε τον λόγο σε δραματική πράξη και δημιουργεί υψηλής ποιότητας μικροκαταστάσεις μέσα από έναν υπαινικτικό λόγο που στηρίζεται στο ελλειπτικό στοιχείο.

Στο έργο του, με τίτλο «Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα», «παρελαύνουν» πρόσωπα και περιστατικά, ήρωες και αντι-ήρωες «αποφασισμένοι» να φέρουν εις πέρας μία αποστολή: η επανασύνδεση με όποιο κόστος και αν υλοποιηθεί αποτελεί αιτούμενο σε συλλογικό αλλά και σε ενικό πλαίσιο. Σε τελευταία ανάλυση, η ευρύτερη κοινωνική δράση διαθλάται στις πολυδιάστατες εκφάνσεις του οντικώς Είναι. Υπ’ αυτή την οπτική γωνία, η «επανένωση» αποτελεί θεμελιακό συστατικό του ανέφικτου. Ο Πομμερά θίγει το ζήτημα, καθώς φαίνεται, με υποβόσκουσα ειρωνεία η οποία, εντούτοις, υπογραμμίζει μία δυναμική κριτική στα όρια του κυνισμού.

Η μετάφραση του έργου από την Μαριάννα Κάλμπαρη ακολουθεί το ρυθμό της δραματικής παρτιτούρας του Πομμερά τονίζοντας ευσύνοπτα το ύφος και τη συνάφεια του πρωταρχικού κειμένου: Η Μαριάννα Κάλμπαρη σμιλεύει τον λόγο και κατορθώνει να οδηγήσει στην προφορικότητα και στην παραγωγή νοήματος. Ως εκ τούτου, ο ηθοποιός αναδεικνύει τον λόγο δημιουργώντας εικόνες σημασιολογικά φορτισμένες.


Εξάλλου, η σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη παρακολουθεί τόσο την αυτοδιάθεση του λόγου όσο και τις σκηνικές οδηγίες δια των οποίων προκρίνονται διακεκριμένες δράσεις που «πνίγονται» στο σκοτάδι λίγο πριν ολοκληρωθούν σε μία ορισμένη κάθαρση. Συνακολούθως, το σκηνικό του Αλέξανδρου Λαγόπουλου δημιουργεί κλειστό συμπυκνωμένο χώρο μέσα στον οποίο εγκλωβίζονται οι ήρωες και οι ρόλοι. Άλλωστε, οι εξαιρετικοί ηθοποιοί αποδίδουν την οικουμενικότητα ενός προσωπικού άλγους υπό τους φωτισμούς της Στέλλας Κάλτσου.

Τέλος, η «Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» του Πομμερά, αναδεικνύει την αδυναμία του ατόμου να αυτοορισθεί ως αξία και να δικαιώσει τον εξεγερμένο άνθρωπο.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» που θα παρουσιάζεται από Τετάρτη έως και Κυριακή έως τις 21/01/2018 στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν (υπόγειο) Εδώ

Φίλιππος Μέντες Λάζαρης: Με τη μαθητεία μου ως ηθοποιός εισερχόμουνα σε μια διαρκή συνεδρία ζωής. Ο ηθοποιός είναι ένας άνθρωπος που καταφέρνει να ελέγξει την τρέλα του.

10945870_10153054393364691_3752937194273345367_oΥπεύθυνη Συνέντευξης: Άννα Μαύρου (Anna Black)

Ο Φίλιππος Μέντες Λάζαρης, ηθοποιός, κινησιολόγος και σκηνοθέτης ζει και εργάζεται τα τελευταία 20 χρόνια στην Ελλάδα. Το βιογραφικό του ανάμεσα σε άλλα περιλαμβάνει συνεργασίες με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, την ταλαντούχα Ελευθερία Σαπουντζή, που στερήθηκε βάναυσα ο χώρος του θεάτρου, όταν μόλις στα 29 της χρόνια έφυγε από την ζωή, κ.α. Φέτος είναι η 2η χρονιά που σκηνοθετεί το βραβευμένο «Οι επιβάτες» του Flavio Goldman, ένα πολύ ιδιαίτερο έργο που επιχειρεί, και κατά τη γνώμη μου κατορθώνει, να εντρυφήσει στην ψυχαναλυτική διαδικασία και στη σχέση της με το θέατρο και να την πάει ένα βήμα παραπάνω.

Λίγα λόγια για το έργο
Ένας ψυχαναλυτής και ο ασθενής του μπαίνουν τυχαία μαζί στο ασανσέρ που θα τους οδηγήσει στο ιατρείο του πρώτου για την καθιερωμένη συνεδρία τους. Ξαφνικά, το ασανσέρ σταματά. Τα κινητά τους είναι εκτός δικτύου και οι δυο τους, ψυχαναλυτής και ασθενής, εγκλωβίζονται στο στενό χώρο του ασανσέρ που θα γίνει ο τόπος μιας ασυνήθιστης αλλά πολύ ουσιαστικής «συνεδρίας».

Φίλιππε καλώς μας όρισες! Κάθισε αναπαυτικά στην καρέκλα σου και κάνε μας μία μικρή αναδρομή στα highlights του θεατρικού παρελθόντος σου.

Φίλιππος Μέντες Λάζαρης: Το παρελθόν μου ξεκινά στη Βραζιλία όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Δούλεψα ως ηθοποιός σε πολλές παραστάσεις στο θέατρο και στην τηλεόραση στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Ξεχωρίζει ίσως η παιδική παράσταση “Tudo por um fio” που είχε μεγάλη επιτυχία όπου έπαιζα για τρία χρόνια.  Στην Ελλάδα θα ξεχώριζα σίγουρα την πολύπλευρη συνεργασία μου με τη σκηνοθέτη Ελευθερία Σαπουντζή και επίσης με τον Δημήτρη Παπαιωάννου και τη χορογράφο Μαίρη Τσούτη. Τέλος σημαντική ήταν για μένα η σόλο performance μου “Prometheus” στο Μουσείο Μπενάκη.

Πριν από περίπου 20 χρόνια αποφασίζεις να μετακομίσεις στην Ελλάδα, που είναι και η δεύτερη πατρίδα σου, από την Βραζιλία. Πόσο μοιάζουν οι δύο αυτές χώρες σε θέματα κουλτούρας και πολιτισμού;

Φίλιππος Μέντες Λάζαρης: Κατά βάθος θα έλεγα ότι δεν μοιάζουν. Ωστόσο, όταν ήρθα για πρώτη φορά στην Ελλάδα αισθάνθηκα αμέσως μια οικειότητα με το ελληνικό ταμπεραμέντο –ίσως επειδή ο πατέρας μου ήταν Έλληνας. Υπάρχει ως γνωστόν μια αμοιβαία συμπάθεια μεταξύ Ελλήνων και Βραζιλιάνων που αν και βασίζεται σε μάλλον στερεότυπες εικόνες, πηγάζει εντούτοις από κάποια κοινά χαρακτηριστικά τους: ζεστασιά, φιλοξενία, αγάπη για τη θάλασσα και το καλοκαίρι κ.λπ. Επειδή στο Ρίο, όπου μεγάλωσα, η κουλτούρα πηγάζει και από τη ζωή έξω, στην ύπαιθρο, στην παραλία, το κλίμα και η καλοκαιρινή ενέργεια που συνάντησα εδώ μου τη θυμίζουν αρκετά.

Στο χώρο του θεάτρου όπου κινούμαι κάθε φορά που ανεβάζω ένα βραζιλιάνικο έργο αισθάνομαι, ότι υπάρχουν κοινοί προβληματισμοί είναι σαν η θεατρική γλώσσα να απαλείφει τις διαφορές. Επιπλέον, στη Βραζιλία και κυρίως στο θέατρο ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός και η μυθολογία επέδρασαν και γοητεύουν ακόμη. Το βραζιλιάνικο καρναβάλι όπως το έζησα από μικρός στις γειτονιές του Ρίο παραπέμπει για μένα σε κάτι βακχικό-διονυσιακό. Αυτό στην Ελλάδα έχει λίγο πολύ εξαφανιστεί ή επιβιώνει σε λαϊκά έθιμα. Ωστόσο, η Βραζιλία είναι πιο ζωική, γήινη, εξωστρεφής και αθώα, κατά κάποιον τρόπο, παρά τα πολλά της προβλήματα και δίχως να κουβαλά το βάρος -με την καλή και την κακιά έννοια- μιας ευρωπαϊκής ιστορίας αιώνων.

Μπορείς να απαριθμήσεις τα υπέρ και κατά της μετάβασης από το ρόλο του ηθοποιού στον ρόλο του σκηνοθέτη;

Φίλιππος Μέντες Λάζαρης: Είναι και τα δύο μέρη ενός συνόλου. Είναι σημαντικό να ξεκινάς από την ηθοποιία, γιατί αυτό σου δίνει έπειτα τη δυνατότητα ως σκηνοθέτης να καταλάβεις καλύτερα τον ηθοποιό. Το να είσαι σκηνοθέτης είναι πιστεύω  δυσκολότερο επειδή πρέπει να βρίσκεσαι παντού -μέσα και έξω. Πάντα αναφέρω την φράση ενός δασκάλου μου “Όταν είσαι η πέτρα που σπάει το τζάμι καλό είναι να έχεις καταλάβει το τζάμι“.

Τον βραβευμένο Βραζιλιάνο συγγραφέα του έργου, Flavio Goldman (σ.σ. ο οποίος ζει και εργάζεται στην Ελλάδα ως επικεφαλής πολιτισμού στην πρεσβεία της Βραζιλίας) τον γνώριζες από παλιά;

Φίλιππος Μέντες Λάζαρης: Γνωρίζω τον Φλάβιο Γκόλντμαν τέσσερα χρόνια τώρα μέσω της βραζιλιάνικης πρεσβείας, κι έχουμε συνεργαστεί πολύ καλά σε άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Επειδή είναι και άνθρωπος του θεάτρου έχουμε πολλά κοινά και γίναμε γρήγορα φίλοι. Ο Φλάβιο έχει -λόγω επαγγέλματος- ταξιδέψει πολύ και παρακολουθήσει θέατρο σε διάφορες χώρες. Το κείμενό του είναι κείμενο ανοιχτό που επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες. Ο Φλάβιο ήταν παρών σε όλη τη διαδικασία με τις πρόβες και ήταν επίσης πολύ ανοιχτός στο διάλογο και σε επεμβάσεις. Είναι μια πολυτέλεια να έχεις κοντά σου τον συγγραφέα.

Πόσο πίστεψες και γιατί στο συγκεκριμένο έργο;

Φίλιππος Μέντες Λάζαρης: Οι Επιβάτες ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για μένα. Το έργο έχει παιχτεί με πολύ επιτυχία στη Βραζιλία, αλλά τα θέματα που πραγματεύεται μας αφορούν όλους.

Θίγονται ευρύτερα ζητήματα εξουσίας, εμπιστοσύνης και ταυτότητας ενώ θεματοποιείται η φύση της ψυχαναλυτικής διαδικασίας και οι ομοιότητές της με το θέατρο. Μ’ ενδιαφέρει ιδιαίτερα η σχέση με το χρόνο. Πώς ξαφνικά η επιτάχυνση της καθημερινότητας που επιβάλει η εποχή, η ανάγκη ελέγχου του χρόνου μας, των σχέσεων, της εικόνας μας, η επιταγή να διαχειριζόμαστε ακατάπαυστα τον εαυτό μας και να εκφραζόμαστε διαρκώς πριν προλάβουμε να σκεφτούμε, ξαφνικά αποσταθεροποιείται και επιβραδύνεται με τον εγκλεισμό των πρωταγωνιστών στο ασανσέρ. Τι συμβαίνει όταν αναγκάζονται να κοιτάξουν μέσα τους και να βγουν από τους προκαθορισμένους ρόλους τους.

Σύμφωνα με τον πατέρα της ψυχανάλυσης Sigmund Freud «η ψυχανάλυση απλουστεύει τη ζωή και μας δίνει την άκρη του νήματος για να βγούμε από τον λαβύρινθο του ασυνειδήτου μας». Εσύ προσωπικά θα επέλεγες την ψυχανάλυση ως τρόπο προσέγγισης των πολιτισμικών και κοινωνικών φαινομένων;

Φίλιππος Μέντες Λάζαρης: Εγώ προσωπικά δεν έχω κάνει ψυχανάλυση και δεν αισθάνομαι την ανάγκη να το κάνω ίσως επειδή το θέατρο είναι το δικό μου μέσο. Από νωρίς κατάλαβα ότι με τη μαθητεία μου ως ηθοποιός εισερχόμουνα σε μια διαρκή συνεδρία ζωής. Ο ηθοποιός είναι ένας άνθρωπος που καταφέρνει να ελέγξει την τρέλα του. Ψαχνόμαστε συνεχώς όχι μόνο ψυχικά αλλά κυρίως σωματικά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ψυχανάλυση δεν μπορεί να είναι γόνιμη για άλλους ή ακόμη για την ερμηνεία κάποιων πολιτισμικών φαινομένων.

Η κλασσική σύμβαση ντιβάνι-κάθισμα των δύο μετόχων του αναλυτικού εγχειρήματος προσπερνάται κατ’ ανάγκην στο έργο μας, αφού ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος περιορίζονται στον μικρό χώρο του ασανσέρ.

Φίλιππος Μέντες Λάζαρης: Η σύμβαση αυτή που οριοθετεί τη σχέση τους εκλείπει και αυτό λειτουργεί απορρυθμιστικά: αναδύονται φόβοι και αγωνίες, ρόλοι και όρια επαναπροσδιορίζονται, οι ισορροπίες και οι κανόνες του παιχνιδιού αλλάζουν.

Ο Φλάβιο (ο συγγραφέας) είχε φανταστεί ένα ευρύχωρο ασανσέρ, όπως τα συναντά κανείς συνήθως στα πολυόροφα κτίρια της Βραζιλίας. Εγώ με το σκηνογράφο μου, τον Μανώλη Ηλιάκη, επιλέξαμε να φτιάξουμε ένα ασφυκτικό, μικρό, “ελληνικό” ασανσέρ και νομίζω πως αυτή η πραγματική χωρική πίεση δυσκολεύει μεν αλλά απελευθερώνει τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών.

Πόσο έπρεπε να κατανοήσεις ενσυναισθητικά τους δύο ρόλους ώστε να φτάσεις να τους σκηνοθετήσεις;

Φίλιππος Μέντες Λάζαρης: Χρησιμοποιώ στις πρόβες μια δική μου τεχνική που βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό που είναι καταρχάς σωματικός και κινησιολογικός και μετά γλωσσικός προσεγγίζοντας το κείμενο. Σταδιακά χτίζει ο ηθοποιός το ποιος είναι  μέσα από αυτή τη διαδικασία. Δεν προσέρχομαι ποτέ στο θέατρο με μια έτοιμη ερμηνευτική πρόταση.

Δια μέσω των φόβων τους θα ξεπεράσουν τον φόβο;

Φίλιππος Μέντες Λάζαρης: Ο εγκλωβισμός μπορεί να απελευθερώσει. Καθώς οι μάσκες πέφτουν, φόβοι, επιθυμίες και φαντασιώσεις αναδύονται. Οι πιθανές εκβάσεις είναι πολλές και εξαρτώνται από την ιδιοσυγκρασία του καθενός, τη φύση της μεταξύ τους σχέσης και τον τρόπο χειρισμού της κατάστασης. Κάθε αλληλεπίδραση είναι μοναδική όπως άλλωστε και κάθε άνθρωπος. Η έκβαση του έργου πιστεύω πως επιτρέπει διαφορετικές ερμηνείες και ο θεατής καλείται να σκεφτεί κατά πόσο το νέο πλαίσιο λειτούργησε εν τέλει θεραπευτικά ή καταστρεπτικά για το μέλλον τους.

Ένα όνειρο σου για το μέλλον ή το όνειρο που είδες εχθές το βράδυ (πονηρό γέλιο);

Φίλιππος Μέντες Λάζαρης: Όνειρα έχω πολλά, το θέατρο είναι ένας τρόπος να τα πραγματοποιώ.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση Επιβάτες που παίζεται στο Studio Μαυρομιχάλη, κάθε Δευτέρα Εδώ

Δημήτρης Πετρόπουλος: ενώ στηλιτεύουμε με πάθος την παρενόχληση, μας διαφεύγει το γεγονός ότι και τα κίνητρα των θυμάτων ήταν εξίσου θολά σε κάποιες περιπτώσεις. Γενικεύουμε και σχηματοποιούμε δηλαδή. Μονομερώς.

10945870_10153054393364691_3752937194273345367_oΥπεύθυνη Συνέντευξης: Άννα Μαύρου (Anna Black)

Πως θα σας φαινόταν να ανοίξει η πόρτα της αίθουσας στη Σχολή και να μπει να διδάξει ο σατανικός πρωθυπουργός του «Παρά Πέντε» Άρης Παυρινός;

Λοιπόν, αυτό δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα γιατί ο αγαπημένος Δημήτρης Πετρόπουλος, εκτός από καταπληκτικός ηθοποιός, με χιλιόμετρα στο σανίδι, στο σινεμά και στη τηλεόραση, είναι και εκπαιδευτικός! Και λίγο πιο συγκεκριμένα, με σοβαρές περγαμηνές στο βιογραφικό του, απόφοιτος Νομικής, με δύο μεταπτυχιακά, Σορβόννη…ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να σπουδάζει.

Συνομιλήσαμε μαζί του επί τη ευκαιρία της παράστασης «Ολεάννα», που παρουσιάζεται για δεύτερη χρονιά στο θέατρο Olvio. Αξίζει να αναφέρουμε πως για την ερμηνεία του στην «Ολεάννα» ήταν για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά υποψήφιος στα Κορφιάτικα Βραβεία. Πέρσι βραβεύτηκε για το «Δηλητήριο» που θα ξαναπαιχτεί από τον Γενάρη στο θέατρο Αλκμήνη.

Αγαπημένε μας Δημήτρη επιτέλους! Καθηγητής στη πραγματική ζωή, καθηγητής και στη παράσταση. Πόσο κοντά αισθάνεσαι με τον συγκεκριμένο ρόλο που υποδύεσαι;

Δημήτρης Πετρόπουλος: «Ξέρετε, κάθε μάθημα μοιάζει με μια θεατρική παράσταση κι αυτό με διεγείρει» λέει το πρόσωπο που υποδύομαι στην «Ολεάννα». Εμένα αυτό που με ελκύει πάνω απ’ όλα είναι οι σχέσεις που γεννιούνται ανάμεσα στους μαθητές μου και σε μένα. Στο θέατρο η πρόθεση δεν είναι παιδαγωγική αλλά ψυχαγωγική -με την αρχική έννοια της αγωγής της ψυχής. Κάτι ανάλογο επιχειρώ να καταφέρω και στο μάθημα και θέλω να πιστεύω πως συμβαίνει που και που. Όταν εκτίθεσαι ολοκληρωτικά οι μαθητές το προσλαμβάνουν, ανταποκρίνονται, εγκαταλείπουν τους αμυντικούς μηχανισμούς τους και μπαίνουν στην ουσία των πραγμάτων. Αυτή η σχέση ανταλλαγής και επικοινωνίας κατά την εκπαιδευτική διαδικασία, για μένα είναι ιερή, μεγαλειώδης. Μια πηγή έμπνευσης αστείρευτη, παρά τις μύριες δυσκολίες. Ε, λοιπόν, πέρσι που βρέθηκα μετά από χρόνια εκτός αίθουσας δεν ένοιωσα χάρη στην «Ολεάννα» κανένα σύνδρομο στερητικό. Αυτό πιστεύω πως αποκαλύπτει διαδρομές που τέμνονται. Μέσα μου, τουλάχιστον.

Σεξουαλική παρενόχληση. Πως οριοθετείται μέσα στο έργο του Μάμετ;

Δημήτρης Πετρόπουλος: Τα θέματα που προκύπτουν σε κοινωνικές και οικονομικές δομές όπως οι Αμερικάνικες αντιμετωπίζονται συχνά σχηματικά και αποσπασματικά έτσι ώστε το όλον σύστημα που τα γεννάει να προστατεύεται, να μην αμφισβητείται. Το κίνημα της πολιτικής ορθότητας, για παράδειγμα, που δήθεν θα προστάτευε κάποιες κοινωνικές ομάδες από ορισμένες προκαταλήψεις οδήγησε εντέλει σε αντιλήψεις καταχρηστικές και επικίνδυνες, σε μια μορφή ελέγχου της σκέψης και σε μια συμμόρφωση στις απαιτήσεις κάποιων ομάδων πίεσης. Κατέληξε δηλαδή εργαλείο κοινωνικού ελέγχου και όχι απελευθέρωσης. Ο Μάμετ αυτό το καταγγέλει. Η οποιαδήποτε παρενόχληση είναι προφανώς ανεπίτρεπτη αρκεί να μην ανήκει στο χώρο του φαντασιακού ή της κοινωνικής υποκρισίας. Το πρόσφατο παράδειγμα, λόγου χάριν, του Αμερικάνου μεγιστάνα του κινηματογράφου, που εκ συστήματος παρενοχλούσε σεξουαλικά τους υποψήφιους συνεργάτες, αποδεικνύει συγχρόνως πόσοι άνθρωποι αντάλλαξαν τον αυτοσεβασμό τους με τη φιλοδοξία τους να ενταχθούν στον κόσμο του Χόλυγουντ. Και τώρα καταγγέλουν με είκοσι χρόνων καθυστέρηση την παρενόχληση που άλλοτε ανέχθηκαν λόγω της ματαιοδοξίας τους. Και ενώ στηλιτεύουμε με πάθος την παρενόχληση, μας διαφεύγει το γεγονός ότι και τα κίνητρα των θυμάτων ήταν εξίσου θολά σε κάποιες περιπτώσεις. Γενικεύουμε και σχηματοποιούμε δηλαδή. Μονομερώς.

Πόσο εύκολα ή δύσκολα γοητεύεσαι από τον άνθρωπο που έχεις απέναντί σου;

Δημήτρης Πετρόπουλος: Παρατηρούσα από νέος τους ανθρώπους πολύ προσεκτικά. Η διαδικασία αυτή με γοητεύει ακόμα. Έχει όμως ένα μειονέκτημα. Αντιλαμβάνεσαι έγκαιρα περισσότερα από όσα επιτρέπουν την άνευ όρων παράδοση.

Οι μικρότερες ηλικιακά γυναίκες, σαν την μαθήτριά σου στη παράσταση, είναι προς αποφυγή;

Δημήτρης Πετρόπουλος: Η ελκυστικότητα δεν έχει να κάνει με την ηλικία.  Προς αποφυγή είναι μόνον ό,τι σε ξενερώνει.

Τι σημαίνει Ολεάννα, ως ο τίτλος της παράστασης; Θα νόμιζε κανείς ότι είναι το όνομα της πρωταγωνίστριας…

Δημήτρης Πετρόπουλος: Σημαίνει να σπέρνεις σε άγονο τόπο και να περιμένεις να καρπίσει. Σημαίνει ματαιότητα.

Ποια θέση καταλαμβάνει η τέχνη στη ζωή σου;

Δημήτρης Πετρόπουλος: Σημαντικότερη από όσο θα ήθελα. Όταν οι εναλλακτικές χάνουν την αρχική τους σημασία, η τέχνη αποσπά αβίαστα τη μερίδα του λέοντος. Ανταποδίδει όμως γενναιόδωρα.

Όντας ακόμη και σήμερα σπουδαστής, θεωρείς ότι γνώση τελειώνει κάποτε;

Δημήτρης Πετρόπουλος: Όχι, ποτέ. Εκεί που αισθάνομαι πως βρήκα το ζουμί και δεν με ενδιαφέρει να προσθέσω κάτι άλλο, έρχεται ένα ερέθισμα και ανακαλύπτω απ΄την αρχή νέες πτυχές, άλλες ισορροπίες. Μπορεί να σας φανεί παράξενο αλλά, παρά την ηλικία μου, υπάρχουν αρκετές στιγμές που ένα κύμα ευγνωμοσύνης πλημμυρίζει την ψυχή μου και θαμπώνομαι ξανά από το θαύμα της ύπαρξης. Υπάρχουν βέβαια και στιγμές σκοτεινές και κουρασμένες.

Στην ελληνική κοινωνία του σήμερα, της ψυχοπαθολογίας της ένταξης, νοιώθεις να ανήκεις κάπου;    

Δημήτρης Πετρόπουλος: Μα φυσικά και ανήκω. Εκεί που ανήκα πάντα ιδεολογικά, κοινωνικά και επαγγελματικά. Μόνο τα οικονομικά μου έχουν πάρει τον κατήφορο. Με απελπίζουν ώρες-ώρες οι μακροπρόθεσμες εξαρτήσεις της χώρας. Αλλά αυτό είναι ανατρέψιμο. Τι άλλο άλλαξε για να κλονιστώ σε σημείο ψυχοπαθολογικό; Δύσκολες ώρες έχουμε ξαναπεράσει. Έχουμε όμως και ανεξάντλητες δυνάμεις. Ψυχικές.

Πιστεύεις στην απροκατάληπτη κριτική στο θέατρο;

Δημήτρης Πετρόπουλος: Η κριτική είναι πάντοτε και αναπόφευκτα προκατειλημμένη τόσο στο θέατρο όσο και οπουδήποτε αλλού. Όταν συσχετιζόμαστε με κάτι έχουμε ήδη έναν εαυτό με διαθέσεις, με απόψεις, με προτιμήσεις και ούτω καθεξής. Στην καλύτερη των περιπτώσεων είμαστε κάπως ανοιχτοί και διατεθειμένοι να συσχετιστούμε ισότιμα και ουσιαστικά με ό,τι μας προτείνεται. Αν τώρα μιλάμε για την επώνυμη επαγγελματική κριτική, στην υποκειμενικότητα προστίθεται και μια συγκεκριμένη και προσανατολισμένη επαγγελματική κατάρτιση που γίνεται συχνά θηλιά που πνίγει και τους κριτές και τους κρινόμενους. Για να μην μιλήσω για αλισβερίσια συμφερόντων. Θλιβερές ιστορίες. Ξέρετε πόσοι κριτικοί επώνυμοι δεν θα περάσουν ποτέ το κατώφλι της «Ολεάννας» γιατί δεν είμαστε στην ατζέντα τους;

Υπάρχει ένας ρόλος – ευσεβής πόθος που θα ήθελες να παίξεις;

Δημήτρης Πετρόπουλος: Όλο και κάποιοι ρόλοι περνούν απ΄το μυαλό μου, αλλά δεν έχω εμμονές ούτε και πόθους ευσεβείς. Τους ασεβείς θα σας τους πω άλλη φορά.

Επέστρεψες μετά από χρόνια και στη μεγάλη οθόνη με τη συμμετοχή σου στην καινούργια ταινία του Περάκη που βγήκε πρόσφατα στις αίθουσες. Γιατί αυτή η απουσία; 

Δημήτρης Πετρόπουλος: Δεν έλειψα ούτε στιγμή από τη μεγάλη οθόνη. Από τις μεγάλου μήκους ταινίες, ναι. Τα τελευταία χρόνια συνεργάζομαι με νεαρούς δημιουργούς σε ταινίες μικρού μήκους και χαίρομαι ιδιαίτερα που τους στηρίζω, τους πιστεύω και μου το ανταποδίδουν. Η πρώτη μου άλλωστε επαγγελματική διάκριση ήρθε αναπάντεχα με ένα βραβείο ερμηνείας για μια μικρού μήκους. Με τον Περάκη, που μου είναι πολύ αγαπητός, θέλαμε χρόνια να συνεργαστούμε αλλά δεν έτυχε. Το μόνο που είχαμε κάνει μαζί ήταν ένα χαριτωμένο διαφημιστικό πριν είκοσι πέντε χρόνια. Ε, τώρα κάναμε μια νέα αρχή, συμβολικά.

Ένα όνειρο σου για το μέλλον;

Δημήτρης Πετρόπουλος: Στερνά ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση Ολεάννα που παίζεται στο θέατρο Olvio, κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή Εδώ

Kaligoulas_passion theater (2)

Kριτική για την παράσταση «Καλιγούλας» του Αλμπέρ Καμύ στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

 

 Από την Μαρίκα Θωμαδάκη, Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου,
τ. Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών

Kaligoulas_passion theater (3)Ο «Καλιγούλας» του Αλμπέρ Καμύ αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους σταθμούς της σύγχρονης δραματουργίας. Ο συγγραφέας της σισσυφικής τραγωδίας συζεύει την ιστορικότητα με το θεατρικό γεγονός αναδεικνύοντας την υπερβατική δυναμική των επιλογών του ανθρώπου. Έτσι, το ιστορικό υπόβαθρο προτείνει διεξόδους με τελικό αίτιο τη συνύπαρξη με τον έτερο και την απόκτηση μίας έστω μικρής εμπειρίας, εμπειρίας  βάσει του συνειδέναι. Ο Καλιγούλας, αυτοκράτορας της Ρώμης, υψώνεται σε παραδειγματικό μέγεθος όντας πυκνωτής των διαδρομών του τραγικού, όπως το αποτυπώνει η σχηματοποίηση δια των όρων dolor —–> furor —–> nephas (οδύνη —–>  μένος —–> καταστροφή). Μετά από τον χαμό της αδελφής του, ο Καλιγούλας μετουσιώνει τη δίψα για ζωή σε δίψα για το θάνατο. Μόνος με τα διλήμματα και τις αυταπάτες του, αναζητεί απαντήσεις που θα μορφοποιήσουν το απόλυτο στην φιλία, στον έρωτα και στην ύπαρξη. Ανακαλύπτει τον φαύλο κύκλο και συναντά τον Σίσσυφο, όχι στην παθητική αποδοχή των εντολών του παραλόγου ούτε και στην υποταγή στην αέναη πανομοιότυπη πορεία: Ο Καλιγούλας αντικρίζει την παραδοξότητα του βίου και εξεγείρεται. Το παράδοξο οδηγεί στο παράλογο. Η διαπίστωση αυτή ωθεί τον άνθρωπο του Καμύ στην άρνηση των κριτηρίων που θεμελιώνουν τις νέες συνθήκες υπό τις οποίες θα λειτουργήσει το απόλυτο. Τόσο ως υλικό αίτιο μίας αναγκαιότητας του Είναι όσο και ως ποιητικό αίτιο της λυσσαλέας ένταξης στο συνδηλωτικό παράλογο, το σισσυφικό σύνδρομο δεν εγκλωβίζει σε ορισμένο ψευδαισθητηριακό περιβάλλον. Αντίθετα, ο Καλιγούλας ελευθερώνεται πλήρως αποδεσμεύοντας τις ζωτικές δυνάμεις που θα στοιχειοθετήσουν μέσα του το απόλυτο σε όλες του τις εκφάνσεις. Και αφού το αίμα έχει πλημμυρίσει το παλάτι και οι Συγκλητικοί έχουν αποφασίσει τον αφανισμό του, ο Καλιγούλας, με το κουρασμένο, από τα πολυάριθμα χτυπήματα, σπαθί του οδεύει στην οδό του μαρτυρίου, σαν ιερό σφάγιο. Έτοιμος, απέναντι στο προσωπικό του «πλήρωμα του χρόνου», ο αυτοκράτορας περιμένει το τελικό χτύπημα και τη χαριστική βολή.

Kaligoulas_passion theater (1)Η παράσταση του «Καλιγούλα», στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά διατηρεί το απαραίτητο «χρώμα» της ψυχρότητας, που απαιτεί ο φιλοσοφικός ουδέτερος λόγος, ο οποίος τέμνεται από φωνηματικές παρεμβάσεις, δια των οποίων υπογραμμίζονται ορισμένα κορυφαία συμβάντα. Η σκηνοθεσία της Αλίκης Δανέζη-Knutsen τονίζει με ιδιαίτερο τρόπο τα έκκεντρα περιστατικά και τις αλληλοδιαπλεκόμενες λεκτικές εντάσεις που δημιουργεί η σκηνογραφία του Πάρη Μέξη. Τα κουστούμια της Μαρίνας Χατζηλουκά επιχειρούν να δημιουργήσουν κλίμα «αποχρωματισμού» συναισθημάτων και ιδεολογίας χωρίς να το επιτυγχάνουν εμμένοντας στο άνευ λόγου μονοδιάστατο της ενδυματολογικής έκφρασης. Το ίδιο συμβαίνει και με τους φωτισμούς του Αλέκου Γιάνναρη, που «φωτίζουν» «εξωτερικά» και μονοεπίπεδα την αναπαράσταση του πάθους του Καλιγούλα, τον οποίο ερμηνεύει χαρακτηριστικά ο Γιάννης Στάνκογλου. Ωστόσο, από την καταιγιστική μουσική του Blaine Reininger, ο ηθοποιός προσπαθεί εναγωνίως να ερμηνεύσει την δραματική κατάσταση έτσι ώστε να μην καταστραφούν οι αρμοί που συνδέουν  το φιλοσοφικώς Είναι με το απύθμενο άγχος που βιώνει (θεατρικά) ο ήρωας. Ο κ. Στάνκογλου κατορθώνει μολαταύτα να αποδώσει με ακρίβεια, θα λέγαμε, την καμική προσωπικότητα και να αναδείξει ενδότερες πτυχώσεις του παραδόξου σε συνδυασμό με το παράλογο. Ως Σεζώνια η Θεοδώρα Τζήμου αναδεικνύει με άνεση το υποκατάστατο της αδελφής ερωμένης και φίλης δίπλα στον Καλιγούλα, όπως και ο Χαιρέας του Ιερώνυμου Καλετσάνου. Σημειωτέον ότι το σώμα των συγκλητικών υποστηρίζεται με ενάργεια και με την πρέπουσα ωριμότητα, μετατρεπόμενο ενίοτε σε κωμικοτραγική συλλογικότητα. Οι Συγκλητικοί παρακολουθούν τον Καλιγούλα προσπαθώντας, όπως ο Μέτελος του Αριστοτέλη Αποσκίτη, παραδείγματος χάριν, να ισορροπήσουν ανάμεσα στο «βολικό» γι’ αυτούς περιβάλλον του παλατιού και τις επιταγές του λαού της Ρώμης. Εξάλλου, οι ηθοποιοί Μιχάλης Afolayan, Χάρης Εμμανουήλ, Δημήτρης Λιόλιος, Γιώργος Νάκος, Στράτος Σωπύλης και Κώστας Λάσκος προσγειώνουν ορισμένες αξιωματικές δικλείδες της συλλογικής οντότητας κινούμενοι ευθύγραμμα και συμμετρικά.

Kaligoulas_passion theater (6)Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Καλιγούλας» που θα παρουσιάζεται έως τα τέλη Οκτωβρίου στο Δημοτικό θέατρο ΠειραιάΕδώ

Anna Pantzelh_passion theater (4)

Άννα Παντζέλη: Να πάψουμε να είμαστε αριθμοί… Να γίνουμε και πάλι άνθρωποι!

10945870_10153054393364691_3752937194273345367_oΥπεύθυνη Συνέντευξης: Άννα Μαύρου (Anna Black)

Ο ένοικος, το ψυχολογικό δράμα που παίζεται κάθε Κυριακή στο θέατρο Αλκμήνη. Η Άννα Παντζέλη, η οποία έχει γράψει το κείμενο και πρωταγωνιστεί, μας φώτισε κάποιες απορίες μας σε σχέση με το έργο της και την ίδια. 

Άννα καλώς μας όρισες! Ποια ανάγκη σε ώθησε να περάσεις στο χαρτί τις σκέψεις σου και να «γεννήσεις» σε δεύτερη φάση ένα θεατρικό έργο.

Άννα Παντζέλη: Οι σκέψεις μου από παιδί ήταν «ζωγραφισμένες» πάνω σε μια σελίδα… με εικόνες μεταφορικές, έτσι που κι αν κανείς περίεργος ήθελε να διαβάσει το ημερολόγιό μου, θα καταλάβαινε μόνο συναισθήματα κι όχι γεγονότα… Ο Ένοικος γεννήθηκε πριν από τρία χρόνια, μαζί με άλλα δύο θεατρικά… Έπρεπε κάτι να κάνω για να μην πέσω σε πλήρη κατάθλιψη… Ήταν μια δύσκολη γέννα, γιατί το κάθε πνευματικό μου παιδί είχε άλλα χαρακτηριστικά, απλά ο Ένοικος ήταν το πρωτότοκο αλλά και το έργο που θα μπορούσε σαν παραγωγή να ανέβει πρώτο επειδή παίζουν δύο πρόσωπα, δυο γυναίκες κι έτσι μέσα στις δύσκολες μέρες που όλοι μας βιώνουμε τα τελευταία χρόνια ήταν πιο προσιτό, αν και πολύπλοκο σαν «σχέση» αυτών των ηρωίδων που είναι αδερφές και κουβαλάνε ένα κοινό και συνάμα διαφορετικό παρελθόν.

Anna Pantzelh_passion theater (3)Ο «Ένοικος» παραπέμπει στον Χίτσκοκ και στον Πολάνσκι. Πώς και επέλεξες να δώσεις στο έργο σου αυτόν τον τίτλο; Δεν είναι τρόπον τινά ριψοκίνδυνο το εγχείρημα;

Άννα Παντζέλη: Μόνο σαν τίτλος παραπέμπει. Γιατί η υπόθεση στο καθένα είναι τελείως διαφορετική, άλλα πρόσωπα, άλλες καταστάσεις, άλλοι ήρωες… αλλά μ’ αρέσει όπως τίθεται το ερώτημα… Μπαίνω τρίτη κατά σειρά… Τρίτη με πρώτο και δεύτερο δύο από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες… Και να το λέτε αυτό… μ’ αρέσει… επειδή είμαι και ολίγον από ψώνιο… (χαχα) Γιατί όπως είχε πει και η αδυναμία μου Μάρλον Μπράντο: «Ηθοποιία είναι η έκφραση μια νευρωτικής παρόρμησης».

Πράγματα που θεωρούμε δεδομένα, όπως την αγάπη μεταξύ δύο αδερφών καταρρέουν μέσα στο έργο σου. Πιστεύεις πως υπάρχει μαύρο και άσπρο στις ανθρώπινες σχέσεις, συγγενικές ή μη, ή στην πραγματικότητα τα πάντα είναι αποχρώσεις του γκρι;

Άννα Παντζέλη: Στην φύση δεν υπάρχει το μαύρο και το άσπρο. Το μαύρο έχει μηδέν χρώμα και το λευκό όλα, αν πιστέψουμε την επιστήμη… Εμείς οι άνθρωποι, οι ψυχές και οι σκέψεις μας εφηύραν το μαύρο και δεν ξέρω γιατί αιώνες τώρα το κουβαλάμε και μας χαλάει το λευκό, δηλαδή όλα τα χρώματα στην παλέτα μας… Σίγουρα στις σχέσεις δεν γίνεται να έχεις μαύρο ή άσπρο… αν είσαι τόσο απόλυτος σε μια σχέση παύει πια να είναι «σχέση». Κανείς δεν αντέχει το απόλυτο και μονόχρωμο πολύ καιρό… Ίσως μόνο η μάνα σαν σχέση έχει απολυτότητα… Όλες οι άλλες σχέσεις νομίζω δεν μπορούν να ζήσουν με αυτήν.

Οι δύο αδερφές αν και κοντά αλληλοσπαράζονται. Είναι μια άμυνα ώστε να αποφύγουν να αντικρύσουν κατάματα τον πραγματικό τους εαυτό;

Άννα Παντζέλη: Όταν η ζωή σου έχει μετρήσει κάποιες δεκαετίες αποτυχίας σε πολλά επίπεδα, ψάχνεις να βρεις μια αιτία για να φορτώσεις τα λάθη σου, έναν άνθρωπο που θα μπορείς με ευκολία να του δώσεις όλη την ευθύνη για το ναυάγιο της ζωής σου. Και συνήθως τα δικά μας λάθη, μας αρέσει να τα ρίχνουμε σε άλλους … είναι η άμυνα που ο καθένας μας έχει από την γέννηση του και με αυτήν πορεύεται… Κι όταν ζεις με έναν άνθρωπο για χρόνια, δημιουργείς ένα γκέτο μαζί του, κάτι σαν «τρόφιμος στο ίδιο ίδρυμα» αποκτάς τις συνήθειες του, τα χούγια του τα καλά του και τα ελαττώματά του κι αυτό όταν το καταλάβεις σε εκνευρίζει, σε θυμώνει και τελικά σε εξοργίζει αλλά επειδή είσαι πια ένα με αυτόν σε μια κοινή μοίρα, τον πονάς και τον μισείς ταυτόχρονα… τον θες αλλά και τον διώχνεις… Όταν τον έχεις, σου βγάζει θυμό κι όταν τον χάσεις, σου λείπει! Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι τόσο απλές και προσπαθώντας να τις αναλύσουμε τις κάνουμε περίπλοκες… Γιατί υπάρχει πάντα η δεύτερη σκέψη… Γιατί οι άνθρωποι πιστεύουμε πιο πολύ στην προδοσία παρά στην πίστη… οξύμωρο αυτό αλλά την πίστη δύσκολα την εμπιστεύεται ο άνθρωπος.

Υπάρχει μία ατάκα για την καθεμιά των πρωταγωνιστριών σου που θεωρείς ότι συμπληρώνει το όλον των προσωπικοτήτων τους;

Άννα Παντζέλη: Για μένα όλη η ζωή της Μαρίας που παίζω εγώ είναι: «…Η μοναξιά είναι μοναξιά… τι να σου κάνουν οι αναμνήσεις; Καλές – κακές αναμνήσεις μένουν… δεν γίνονται συντροφιά… ούτε χαρά… μόνο δάκρυα και γεράματα φέρνουν οι αναμνήσεις… Όποιος θυμάται το παρελθόν και μιλάει γι’ αυτό, θα πει πως δεν έχει μέλλον για να ονειρευτεί»

Και για την Στέλλα την μικρότερη αδερφή που παίζει υπέροχα η Λίνα η Μαρκάκη: «εμείς οι δυο, στα τέσσερα ντουβάρια όλη μέρα, μόνη παρέα οι αναμνήσεις μας… και τα βράδια… τα βράδια μας… πόσο τα μισώ τα βράδια… κάποτε τα λάτρευα… τώρα μόλις έρθει το σούρουπο νοιώθω ένα κρύο αέρα να με διαπερνά… τα χέρια μου κρυώνουν… και τα πόδια μου τη νύχτα στο κρεβάτι ξυλιάζουν από την παγωνιά…»

Σε ποια σημεία ταυτίζεται η Άννα με την πρωταγωνίστρια; Το έργο είναι σε κάποιο βαθμό αυτοβιογραφικό;

Άννα Παντζέλη: Δεν είναι καθόλου βιωματικό. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με πέντε αδέρφια και δεν είχαμε την «πολυτέλεια» του ανταγωνισμού που έχουν δύο ομόφυλα αδέρφια. Θυμάμαι πως ποτέ δεν μαρτυρούσε κανείς μας, για τον πολύ απλό λόγο: θα μπαίναμε όλοι μας τιμωρία κι έτσι κάλυπτε πάντα ο ένας τον άλλον. Και γι αυτό μου έκανε εντύπωση πως κάποια αδέρφια έφταναν σε βαθμό να μην μιλάνε μεταξύ τους, έβλεπα και ακόμα βλέπω γύρω μου τέτοιες αδερφικές σχέσεις μίσους και ανταγωνισμού κι αναρωτιέμαι πως τα παιδικά, ισχυρά βιώματα δεν μπορούν να διατηρήσουν δυνατή μια τέτοια σχέση. Φταίνε βέβαια και οι γονείς όταν ξεχωρίζουν τα παιδιά τους… εγκληματικό! 

Τι γεύση θέλεις να έχουν στα χείλη οι θεατές όταν βγουν από το secret room του Αλκμήνη;

Άννα Παντζέλη: Όταν βγουν από τo secret room (και για τον Ένοικο είναι μάλλον λέξη «ταμαμ» το μυστικό δωμάτιο του θεάτρου Αλκμήνη) θέλω να έχουν τη γεύση που είπε μια κυρία που ήρθε μαζί με την αδερφή της και που μου έκανε φοβερή εντύπωση. Μου είπε «Κυρία Παντζέλη μου θυμίσατε την μουσική από ένα ροζ κουτί μπιζουτιέρα, που άνοιγε η αδερφή μου η μεγάλη και γύριζε μια μπαλαρίνα κι εγώ έκανα φούσκες με την τσίχλα μου για να την εκνευρίσω Με αυτή την γεύση φεύγω… της παιδικής μου τσιχλόφουσκας, που με γέμιζε γλύκα αλλά μετά από λίγο την πετούσα και σε μια ώρα ήθελα πάλι μία για να νοιώσω την γεύση της την γλυκιά που και πάλι θα έφευγε και πάλι θα πετούσα και ήταν σαν ένα παιχνίδι για μένα κι ένα βάσανο για την αδερφή μου». Νομίζω πως ο κόσμος φεύγει με μια γλυκόπικρη γεύση, μια χαρά που έζησε ξανά κάτι που είχε ζήσει σαν παιδί, αλλά και μια πικρή σκέψη, μήπως έχει πληγώσει ακόμα κι άθελά του κάποιον και πρέπει να προλάβει να διορθώσει.  

Τα μελλοντικά σου θεατρικά πλάνα ποια είναι;

Άννα Παντζέλη: Είναι ήδη ένα εντελώς έτοιμο θεατρικό, πολύ διαφορετικό και πολυπρόσωπο αλλά και ένα ακόμα που θέλει πολλή δουλειά και έχει μια άλλη προσέγγιση και σαν ανέβασμα αλλά και σαν γραφή. Αυτό παιδεύω τώρα… ή για να ακριβολογώ αυτό με παιδεύει τώρα.

Θα μοιραστείς μαζί μας ένα όνειρο σου για το μέλλον;

Άννα Παντζέλη: Όνειρο… μα τι όμορφη λέξη… αλλά το βλέπεις στον ύπνο σου, δύσκολο να γίνει πραγματικότητα… Αλλά θα το πω κι ας με πουν ρομαντική κι ονειροπόλα. Εδώ κοτζάμ Τσε δεν ντράπηκε να είναι, θα ντραπώ εγώ; «Να πάψουμε να είμαστε αριθμοί… Να γίνουμε και πάλι άνθρωποι».

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση Ο Ένοικος που παίζεται στο θέατρο Αλκμήνη, κάθε Κυριακή στις 18:30 Εδώ

Hliana Mavromati_passion theater (1)

Hλιάνα Μαυρομάτη: Ονειρεύομαι έναν κόσμο πιο ανθρώπινο. Και εμένα μέσα σε αυτόν.

10945870_10153054393364691_3752937194273345367_oΥπεύθυνη Συνέντευξης: Άννα Μαύρου (Anna Black)

Γεννήθηκε για να ομορφύνει τον κόσμο, όχι μόνο των γονιών της, των αγαπημένων και καταξιωμένων ηθοποιών Βασίλη Μαυρομάτη και Λίλας Καφαντάρη, αλλά και όλων όσων ζουν κοντά της. Και κυρίως τον κόσμο του θεάτρου, γιατί εκεί περνά τις περισσότερες ώρες της ημέρας της.

Φέτος την πετυχαίνουμε εν μέσω προβών για την παράσταση «Ο Δρόμος Περνά από Μέσα»,του πατριάρχη του Νεοελληνικού θεάτρου, Ιάκωβου Καμπανέλλη, γραμμένο το 1990, που θα παρουσιαστεί στο Θέατρο «Τζένη Καρέζη», από τις 20 Οκτωβρίου.

Ηλιάνα καλώς μας όρισες! Από Λίτσα σε Λίτσα…(σ.σ. το ντεμπούτο της έγινε στην τηλεοπτική σειρά «Λίτσα.com» και το όνομα του ρόλου της στην παράσταση είναι Λίτσα). Πες μας τι μεσολάβησε από το ξεκίνημά σου έως σήμερα. 

Hλιάνα Μαυρομάτη: Καλώς σας βρίσκω! Η αλήθεια είναι πως τα δέκα σχεδόν χρόνια που μεσολάβησαν από τη συμμετοχή μου στη σειρά της Όλγας Μαλέα, και την μία από τις πρώτες μου επαγγελματικές εμπειρίες,  είναι ευτυχώς πλούσια και γενναιόδωρα. Ουσιαστικά είναι τα χρόνια της πρώτης μου ωρίμανσης τόσο προσωπικά όσο και καλλιτεχνικά. Το θέατρο κατέκλυσε όλο και πιο έντονα την ζωή μου και οι αναζητήσεις μου βάθυναν.

Δεδομένων των δυσκολιών που υπάρχουν στον χώρο σου και γενικότερα στην ελληνική κοινωνία του σήμερα, εξακολουθείς να υπερασπίζεσαι την απόφασή σου να επιστρέψεις από το εξωτερικό, κάνοντας στροφή 180Ο στην επαγγελματική σου καριέρα και να σπουδάσεις ηθοποιός;

Hλιάνα Μαυρομάτη: Δεν έχω στιγμή μετανιώσει για την απόφασή μου να αφήσω την Αγγλία και να επιστρέψω στην Ελλάδα αλλά ούτε και την απόφασή μου να βουτήξω στην υποκριτική. Πάντα υπάρχουν περίοδοι δυσκολίας και μετατοπίσεων αλλά υπάρχει και μια βαθιά ανάγκη που με κρατά κοντά στην τέχνη μου. Όσο δε περνούν τα χρόνια, η ανάγκη αυτή μετασχηματίζεται σε τρόπο και στάση ζωής, σε ευθύνη και κοινωνική τοποθέτηση. Η σχέση μου με την τέχνη της υποκριτικής μου προσφέρει ένα πεδίο δια βίου έρευνας και καλλιέργειας και αυτόν τον πλούτο δεν μπορώ να τον παραβλέψω εύκολα ή να παρασυρθώ για πολύ από τις καθημερινές δυσκολίες.

Hliana Mavromati_passion theater (3) Το γεγονός των δύο αναγνωρίσιμων γονιών σου και δη ηθοποιών, τι ευκολίες και τι δυσκολίες έθεσε στην καριέρα σου;

Hλιάνα Μαυρομάτη: Το μόνο που μπορώ με σιγουριά να πω είναι πως η σχέση μου με την τέχνη ξεκίνησε πριν ακόμα αποκτήσω συνείδηση, οπότε χρωστάω στους γονείς μου εκτός από τη ζωή που μου χάρισαν και το περιβάλλον στο οποίο με ανέθρεψαν – τα ερεθίσματα που μου προσέφεραν. Από κει και πέρα, ως συνειδητός πια και ενήλικας άνθρωπος από την πρώτη στιγμή που πήρα την απόφαση να ασχοληθώ με το θέατρο, η σχέση μου με αυτό είναι εντελώς προσωπική και η διαδρομή μου αχαρτογράφητη. Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που αγαπώ σε αυτό.

Ευαγγελία, η καταπιεσμένη σύζυγος του Χάρη Αντωνάκου, τι πήρες από αυτόν τον ρόλο και τι έδωσες εσύ;

Hλιάνα Μαυρομάτη: Η Λίτσα για μένα είναι συνεχώς αποκαλυπτική και με αυτήν την έννοια ο ίδιος ο Καμπανέλλης είναι συνεχώς αποκαλυπτικός δια μέσου των χαρακτήρων που έπλασε. Θα έλεγα ότι αυτό που με συνεπαίρνει στη Λίτσα είναι η αστείρευτη περιέργειά της για τη ζωή και τις ανθρώπινες δυνατότητες, η λαχτάρα για εκείνο το «άλλο» που όταν την συναντάμε της είναι ακόμα μόνο μια βαθιά διαίσθηση, ένας κρυφός πόθος για την ελευθερία που της έχει στερηθεί. Παρακολουθούμε μέσα από την πορεία της στο έργο και μέσα από τις συγκρούσεις της με τους άλλους την πορεία προς τη χειραφέτηση, την εναγώνια προσπάθεια να συγκροτήσει τον εαυτό της σε ολοκληρωμένο ανθρώπινο ον. Οι αντιφάσεις και οι μάσκες της είναι η πρόκληση για μένα ως ηθοποιό και το μόνο που μπορώ να προσφέρω είναι η αντίληψη και τα εκφραστικά μου μέσα.

«Ποια είναι αυτή η αξέχαστη ατάκα του ρόλου σου», όπως αναρωτιέται και ο Μπέκετ;

Hλιάνα Μαυρομάτη: «Είπατε πως η ζωή είναι κάτι άλλο…τι άλλο;»

Hliana Mavromati_passion theater (1)

Πως σου φάνηκε να παίζεις σε ένα έργο Νεοελληνικού θεάτρου;

Hλιάνα Μαυρομάτη: Είναι μια ευτυχής συνάντηση αυτή με το υλικό που προσφέρει ο Καμπανέλλης, μιας και είναι αριστοτεχνικός ο τρόπος που έχει δομήσει το έργο και τους ρόλους. Είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας, με ουσιαστική παιδεία και σοβαρές αναφορές. Για έναν ηθοποιό είναι τύχη να αναμετράται με τόσο συμπαγή κείμενα πόσο μάλλον όταν είναι γραμμένα στη γλώσσα του και δεν διαμεσολαβεί ούτε η μετάφραση. Πολύτιμη βοήθεια μας προσφέρει σε αυτήν την συνάντηση ο σκηνοθέτης μας, Κώστας Καζάκος, ο οποίος πέρα από την αστείρευτη εμπειρία του στη θεατρική πράξη ήταν και στενός φίλος του συγγραφέα και μας μεταφέρει ουσιαστικά το ήθος του.

Που αλλού θα σε απολαύσουμε Ηλιάνα αυτή τη σεζόν;

Hλιάνα Μαυρομάτη: Μέχρι τα τέλη του Δεκέμβρη θα βρίσκομαι με το έργο αυτό στο θέατρο Τζένη Καρέζη και από τα μέσα του Φλεβάρη θα ξεκινήσουν οι παραστάσεις του έργου «Ψηλά από τη γέφυρα» του Άρθουρ Μίλερ, σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη στο Εθνικό Θέατρο.

Θα μοιραστείς μαζί μας ένα όνειρο σου για το μέλλον;

Hλιάνα Μαυρομάτη: Ονειρεύομαι έναν κόσμο πιο ανθρώπινο. Και εμένα μέσα σε αυτόν.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση Ο Δρόμος Περνά από Μέσα που θα παίζεται από τις 20 Οκτωβρίου στο θέατρο Τζένη Καρέζη, Εδώ

Hliana Mavromati_passion theater (1)

Σήμερα αποχαιρετούμε την μεγάλη Λούλα Αναγνωστάκη

Το Θέατρο Τέχνης με μεγάλη θλίψη αποχαιρετά τη σπουδαιότερη σύγχρονη Ελληνίδα θεατρική συγγραφέα Λούλα Αναγνωστάκη. Ο βίος και το έργο της υπήρξαν άρρηκτα συνδεδεμένα με το Θέατρο Τέχνης και την ιστορία του, οχτώ από τα δώδεκα θεατρικά έργα της, τα οποία διακρίθηκαν σε Ελλάδα και Ευρώπη, ανέβηκαν για πρώτη φορά στο Θέατρο Τέχνης. Η Λούλα Αναγνωστάκη πρωτοεμφανίστηκε σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, τον Μάιο του 1965 με την Τριλογία της Πόλης («Η διανυκτέρευση», «Η πόλη», «Η παρέλαση»), ακολουθούν: Αντόνιο ή το μήνυμα (1972), Η νίκη (1978) και Η κασέτα (1982) σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, Ο ήχος του όπλου (1987) -το τελευταίο έργο που σκηνοθετεί ο Κάρολος Κουν- και Το ταξίδι μακριά (1995) σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή, με τη Ρένη Πιττακή να πρωταγωνιστεί σ’ όλα της σχεδόν τα έργα στο Θέατρο Τέχνης.

Η νεκρώσιμος ακολουθία της Λούλας Αναγνωστάκη θα τελεστεί σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών στις τέσσερις το μεσημέρι.

Αλέκος Συσσοβίτης: Στο θετικό θα υπάρχει πάντα το θετικό και το αντίθετο και αυτή η διπολικότητα δημιουργεί έναν ηλεκτρισμό, όπου για μένα αποτελεί αυτό που λέμε ζωή.

 Υπεύθυνη συνέντευξης: Κατερίνα Παπούλια

Μιλήστε μας για το ρόλο που υποδύεστε.

Αλέκος Συσσοβίτης: Ο Μέμος είναι ένας φιλότιμος μπουλουξής, ηθοποιός δηλαδή που γυρνάει στην επαρχία. Περιοδεύει με τον Στάμο, συνεργάτη και κολλητό του, χωρίς να έχουν επιτυχία στα θέατρα που παίζουν. Πεινάνε – παίρνουν τον πατσά και τον κάνουν μαγειρίτσα- είναι σε μια χαμηλή οικονομική κατάσταση. Ο Μάτεσης έδειχνε μια ιδιαιτερότητα στους ανθρώπους της χαμηλής τάξης, στους μικροαστούς. Πιστεύω ότι έκανε πολύ σωστά, καθώς εκεί τα προβλήματα της καθημερινότητας και της κοινωνίας  μιας χώρας καταπιεσμένης από τον εμφύλιο και το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο φιλτράρονται μ’ ένα πιο ιδιαίτερο και βαθύ τρόπο στους φτωχούς ανθρώπους, γιατί αυτοί που ανήκουν στη μεσαία ή στην υψηλή τάξη θα βρουν κάποιο τρόπο να αντεπεξέλθουν σ’ αυτό που λέμε φτώχεια, σ’ αυτό που λέμε πείνα. Όταν το στομάχι ενός ανθρώπου πεινάει πραγματικά η καθημερινότητα γίνεται πάρα πολύ δύσκολη και η ψυχολογία πρέπει να έχει ένα πολύ ισχυρό σθένος για να αντεπεξέλθει. Ο Μέμος ανήκει σε αυτούς τους ανθρώπους. Τους ανθρώπους που σε ημερήσια διάταξη πρέπει να άρει από κάπου, από μια πηγή έως και ανύπαρκτη, ένα σθένος ισχυρό, τέτοιο ούτως ώστε θα του δώσει τα εχέγγυα για να αντεπεξέλθει στα προβλήματα. Χαίρομαι που εγώ μπαίνω σε μια διαδικασία να βιώσω αυτό που συμβαίνει στο Μέμο- δηλαδή το ότι ο Μάτεσης βάζει στην πιο σημαντική στιγμή της ζωής του, αυτουνού και του Στάμου, όταν τους δίνεται το δικαίωμα να παίξουν σε μια μεγάλη σκηνή, τσίρκο δε, αλλά παρουσία χιλίων ατόμων και να πληρωθούν γι’ αυτή τη δουλειά τους-, τους συμβαίνει ό,τι  χειρότερο μπορούσε να τους συμβεί: πεθαίνει ο κολλητός και συνεργάτης του, ο άνθρωπος που αγαπάει ιδιαίτερα όλη του τη ζωή. Σ’ αυτό φυσικά μπορεί κανείς να δει ότι πέρα από τη φιλική σχέση μπορεί να ελλοχεύει και μία ερωτική σχέση, και γι’ αυτό βραβεύτηκε και το έργο στην Αθήνα ως Queer έργο, το έργο δηλαδή στο Queer Festival, που δεν είναι κακό να ειπωθεί μ’ αυτό τον τρόπο, παρόλο που ο Μάτεσης δεν το βγάζει σ’ ένα πρώτο, αλλά σ’ ένα δεύτερο επίπεδο. Χαίρομαι που βιώνω, που παλεύω με το ρόλο, γιατί πραγματικά μ’ έχει απασχολήσει πάρα πολύ το μοιραίο. Πότε έρχεται η ζωή η ίδια και σου παρουσιάζει το πεπρωμένο μ’ ένα πολύ ισχυρό τρόπο, βάζοντάς σε σ’ ένα στοίχημα αδιαπραγμάτευτο να ζήσεις το θάνατο και τη ζωή; Πώς γίνεται  την ίδια στιγμή να συνυπάρχουν και τα δύο στη μέγιστη χαρά και στην ύψιστη απογοήτευση;  Αυτά τα μεγάλα αντιφατικά συναισθήματα όταν συνυπάρχουν την ίδια χρονική στιγμή, όταν σου συμβαίνουν και τα δύο μαζί; Νομίζω ότι εκεί δείχνει πραγματικά ο άνθρωπος τι δύναμη έχει μέσα του, πώς είναι πλασμένος, ποιο είναι το DNA που κουβαλάει, πώς μπορεί να αντεπεξέλθει σε τέτοιες δυσκολίες. Θα το βάλει κάτω ή θα συνεχίσει υπό οποιαδήποτε συνθήκη;

Passion_theater (3)

Και γι’ αυτό ο θεατής δεν ταυτίζεται με ένα, αλλά με όλα τα πρόσωπα

Αλέκος Συσσοβίτης: Ναι, βεβαίως και το κάνει. Εγώ έμεινα στο Μέμο επειδή μου έδωσες το ερώτημα τι είναι αυτό που με τραβάει προς το ρόλο. Ο Γιάννης Σκουρλέτης έλεγε πως όλοι τους έχουν πολύ έντονα συναισθήματα, όμως την ίδια στιγμή είναι αναίσθητοι. Από την άλλη πλευρά, μπορείς να δεις ότι νοιάζονται πολύ για την απώλεια του άλλου, για τ’ ότι καταθέσαν την πολύ καλή τους διάθεση, τον καλύτερό τους εαυτό όταν υπήρχε ο άλλος και την ίδια στιγμή βλέπεις έναν υπέρμετρο εγωισμό που συνέχεια προτάσσεται «εγώ έμεινα μόνος, εμένα μ’ άφησες μόνο, δε με νοιάστηκες». Ένα ύψιστο παράπονο που φαντάζει σαν μία αναισθησία ως προς τον θανόντα. Ή όταν μπαίνει η Μερόπη, ο άλλος χαρακτήρας, η γυναίκα του θανόντα, που έρχεται για να διεκδικήσει διατροφή και υπάρχοντα. Εκεί  βλέπουμε ότι η παρουσία ενός νεκρού, γιατί ο Σκουρλέτης τολμάει να βάλει ένα νεκρό- ζωντανό επί σκηνής- για να μην πω ζωντανό, κινούμενο- βλέπουμε δύο ανθρώπους που ο καθένας επιζητά να επιβεβαιώσει το δικό του εγώ: η Μερόπη τα υπάρχοντα του θανόντα, γιατί θεωρεί ότι πλέον της ανήκουν και τη διατροφή που κάποτε της δίνανε και ο Μέμος, που ζητάει την στολή του για να παραστήσει- τα συναισθήματά του είναι φυσικά πιο έντονα γιατί πηδάει από τη μία κατάσταση στην άλλη. Είναι μία «αγαπούλα» αυτός ο άνθρωπος, τον συμπονώ.

Ταυτίζεστε περισσότερο με το Μέμο σε σχέση με τους υπόλοιπους;

Αλέκος Συσσοβίτης: Προσωπικά ναι. Ούτως η άλλως όταν μου παρουσίασε το έργο ο Σκουρλέτης ήταν ένα μονόπρακτο- “Το Φτερό”, του Μάτεση, που ο βασικός χαρακτήρας του είναι ο Μέμος, είναι σαν ένας μονόλογος αυτό το έργο, όπου η Μερόπη εμφανίζεται και καταθέτει τη δική της θέση, αλλά οι πλέον και  πρόσθετοι μονόλογοι που μπήκαν στο έργο είναι συμπληρωματικοί από τη Γλυκερία Μπασδέκη. Οπότε, στο πρώτο άκουσμα ταυτίστηκα πολύ με το ρόλο και την ευαίσθητη ψυχή αυτού του σκληρού ανθρώπου, όπου θυσιάζει όμως και την καριέρα του, γιατί λέει κάποια στιγμή «Εγώ θα μπορούσα να κάνω μεγάλη καριέρα, αλλά δεν παίρνανε και εσένα», οπότε θυσιάζει μια καριέρα στην Αθήνα και βγαίνει στην επαρχία να γίνει μπουλουξής, να πεινάσει για μία περίοδο, είτε γιατί έχει πολύ μεγάλο συναίσθημα για το φίλο του, είτε γιατί έχει ερωτική σχέση μαζί του. Παρ’ όλα αυτά σίγουρα θρέφει μια πολύ μεγάλη αγάπη για τον άλλο. Αυτό τον κάνει πολύ γενναιόδωρο. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ η τελευταία θέση στο έργο, τ’ ότι καίγεται ο τόπος.Βλέπουμε ένα κίνημα επερχόμενο το οποίο φτάνει στο τσίρκο, σφάζονται μεταξύ τους οι θεατές κ αυτό δημιουργεί μεγάλη ένταση και φυσικά τη συνέπεια να ακυρωθεί η παράσταση. Παρ’ όλα αυτά, ο Μέμος παίρνει τα ρούχα από το νεκρό, ντύνεται γενίτσαρος και βγαίνει να παραστήσει. Αλληγορικά ερμηνεύεται στο ότι δεν το βάζει κάτω και πηγαίνει ακόμα και στο θάνατο σαν καλός γενίτσαρος να θυσιαστεί, γιατί δε μπορεί να κάνει αλλιώς, δε μπορεί να κάνει πίσω, δε μπορεί να κάνει χωρίς τον συνάνθρωπό του και έχει μάθει μια ζωή να παλεύει, δεν έχει άλλες επιλογές, δεν έχει λεφτά, δεν έχει τίποτα. Θα μπορούσε να σηκωθεί και να φύγει από το τσίρκο που δεν είναι τίποτα άλλο από μια Ελλάδα που καίγεται συνέχεια, σαν ένα μεγάλο τσίρκο και αυτή και να προστατέψει τον εαυτό του, να βρει άλλους τρόπους επιβίωσης. Παρ’ όλα αυτά, ο Μέμος διακρίνεται από μια γενναιότητα, που νομίζω ότι αυτό είναι πολύ συμβολικό για το έργο μας, γιατί θα μου άρεσε να αφήσει το φινάλε σαν μια στάση ζωής: ό,τι και να γίνεται στην Ελλάδα ή στον χώρο γύρω μας ή απέναντί μας, εμείς καλούμαστε να άρουμε το μέγιστο δυνατό, να ισορροπήσουμε την αυτοπεποίθησή μας και με σθένος να βγούμε απέναντι στα πράγματα, όποια κι αν είναι αυτά, διαπροσωπικές σχέσεις, ερωτικές σχέσεις, σχέσεις οικογένειας, κοινωνίας, πατρίδας, οτιδήποτε.

Θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε την απόφαση του Μέμου να «παραστήσει» κυριολεκτικά; Ότι δηλαδή είναι ένας ηθοποιός που αρνείται να εγκαταλείψει το σανίδι;

Αλέκος Συσσοβίτης: Ναι, βεβαίως. Κάποια στιγμή λέει «το θέατρο μ’ έσωσε». Το ίδιο πράγμα λέει και η Μερόπη, λόγια της Γλυκερίας Μπασδέκη, γιατί βλέπουμε ότι εμείς οι καλλιτέχνες που ασχολούμαστε με το θέατρο, δε μπορούμε να βιοποριστούμε από αυτό. Αν μιλάμε για τον χαρακτήρα, όχι, ο χαρακτήρας δεν το εγκαταλείπει, βγαίνει και “παραστήνει”, ασχέτως αν γίνεται αυτός ο πανικός.

Υπάρχει όμως κάποια στιγμή που αναγκάζεστε να το εγκαταλείψετε;

Αλέκος Συσσοβίτης: Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει. Δεν ξέρω πως καταφέρνουμε να χορέψουμε. Προφανώς η τροφή η δική μας είναι η τροφή της ψυχής. Και επειδή μέσα από το θέατρο καταφέρνουμε να άρουμε αυτά τα ασυνείδητα πράγματα, να τα καταστήσουμε συνειδητά σ’ εμάς και να αποκτήσουμε αυτό που λέμε αυτογνωσία, να καταλάβουμε ποιοι είμαστε δηλαδή, το όφελος είναι τόσο μεγάλο για να αποκτήσεις ψυχική υγεία, που δεν εγκαταλείπεις αυτή την προσπάθεια. Άλλοι τάσσουν τη ζωή τους στο χρήμα και το ξοδεύουν στους ψυχαναλυτές. Εμείς τάσσουμε τη ζωή μας στην τέχνη και αποφεύγουμε τους ψυχαναλυτές, απλά στερούμαστε οικονομικά. Νομίζω όμως, ότι όταν ο οργανισμός δεν αντέχει αυτή την πίεση, αν δει κάτι άλλο, που θα του δώσει χρήματα και επίσης θα του αποδώσει ψυχική υγεία ή διασκέδαση, μπορεί να κάνει τη μεταστροφή και να φύγει από το θέατρο. Οι πολύ ταγμένοι όμως, δεν το κάνουν αυτό, γιατί υπάρχει μία σχέση εξάρτησης, είναι ναρκωτικό το θέατρο, όπως και κάθε τέχνη.

Και το κοινό είναι εξαρτημένο από το θέατρο…

Αλέκος Συσσοβίτης: Πάντα. Είναι η αρχαιότατη των τεχνών και δεν είναι τυχαίο. Το ζωντανό για συνειδητούς, αλλά και για υποσυνείδητους λόγους από ένστικτο τραβάει το θεατή. Ο Πλάτωνας είχε γράψει το «Σπήλαιο». Στο έργο αυτό, υπάρχει αυτό το παιχνίδι της παράστασης με το φως και τη σκιά. Οι  ρόλοι και οι ιστορίες που βλέπουμε ζωντανά κι επί σκηνής για κάποιο λόγο αντικατοπτρίζουν εμάς. Άρα, το θέατρο είναι ο καθρέφτης του θεατή, ο οποίος  δεν καταλαβαίνει το λόγο που το επισκέπτεται. Βλέποντας όμως μια ιστορία είναι σαν να κοιτάει τον εαυτό του και να βλέπει αυτά που του συμβαίνουν. Μια στιγμή, ένα δευτερόλεπτο μπορεί να ταυτιστείς με το έργο και ταυτίζεσαι γιατί χωρίς να το καταλάβεις, κάτι  ακουμπάει από αυτό που βλέπεις πάνω σου, ταυτίζεται με δικά σου ερωτήματα ή ανησυχίες και σου δίνει το δρόμο και τη λύση. Χρειάζεται έστω ένα κλάσμα του δευτερολέπτου για να βρεις μια απάντηση στον εαυτό σου. Αυτή η διαδρομή είναι πάρα πολύ ισχυρή, δεν συμβαίνει τόσο ισχυρά στον κινηματογράφο ή σε άλλες τέχνες όσο στο θέατρο, γιατί είναι ζωντανό. Το θέατρο -είναι κλισέ αυτό που θα πω- είναι η σχέση μεταξύ του συγγραφέα που εμπνεύστηκε, των ηθοποιών που μεταφέρουν το κείμενο και των θεατών. Οι θεατές με το ενδιαφέρον τους ή όχι συμβάλλουν στο δρώμενο. Άρα το πώς πλάθεται το έργο, το πώς ζωντανεύει η γραφή του συγγραφέα και πώς αποδίδεται στο κοινό από μέρα σε μέρα και από άνθρωπο σε άνθρωπο διαφέρει. Οι θεατές με λίγα λόγια είναι συμμετοχικοί στο δρώμενο του θεάτρου, πράττουν, δεν είναι αποστασιοποιημένοι, έστω και σιωπηλοί με την παρουσία τους ορίζουν τον τρόπο που εξελίσσεται η παράσταση και ανάλογα με την εξέλιξή της, την ενέργεια και την ανάγκη που έχουν οι θεατές να ζητήσουν ή όχι σιωπηλά, με τα αυτιά τους και τα μάτια τους, το κείμενο και η κάθε παράσταση διαφοροποιούνται. Ακόμα και τα λόγια του συγγραφέα μεταφέρονται με διαφορετικό τρόπο, άλλα πράγματα θα αγγίξουν κάθε φορά το θεατή.

Το κοινό είναι «τρομαγμένο»;

Αλέκος Συσσοβίτης: Νομίζω ότι ο άνθρωπος μπροστά στο άγνωστο έχει μία ανησυχία και φόβο. Αλλά αυτός ο φόβος έχει και μία έλξη, γιατί το άγνωστο αυτό μας έλκει όταν το μαθαίνουμε. Η διαδικασία της ανακάλυψης είναι αυτή που μας κάνει να ενδιαφερόμαστε για τα πράγματα. Ο θεατής γι’ αυτό που γίνεται, ο ηθοποιός για το τι έχει γράψει ο συγγραφέας, ο συγγραφέας για το πώς μπορεί να διαπραγματευτεί την οντότητα του αγνώστου, δηλαδή την υπαρξιακή του ανησυχία. Πρώτα αυτός θα τη βάλει στο χαρτί. Το κοινό μπορεί να είναι τρομαγμένο, όχι πάντα και όχι όλοι- μερικοί έρχονται ανυποψίαστοι, μερικοί αδιάφοροι, μερικοί για άλλους λόγους, να δουν το “γκόμενο” Συσσοβίτη, γιατί δεν έχουν τι να κάνουν. Μερικές φορές οι άνθρωποι δεν πάνε συνειδητά στο θέατρο, αλλά γιατί υπάρχει μια ειδωλολατρία, μια προσωπολατρία για τον ηθοποιό. Περισσότερες φορές για τον ηθοποιό, τον συγγραφέα ή τον σκηνοθέτη, κάτι ψάχνουν. Σίγουρα έχουν μια έγνοια, μπορεί να ‘ναι και ο τρόμος. Αλλά αν μη τι άλλο θα φύγουν λυτρωμένοι ή και πολλές φορές απογοητευμένοι ή και αδιάφοροι. Όμως τολμούν να μπουν στη διαδικασία.

Το έργο στηλιτεύει και ανατρέπει την ετεροκανονικότητα της ελληνικής πραγματικότητας. Πιστεύετε ότι έχουν συντελεστεί βήματα όσον αφορά στην αποδοχή της διαφορετικότητας;

Αλέκος Συσσοβίτης: Ναι, σαφέστατα και έχουν συντελεστεί. Κι επειδή πλέον μιλάμε για μία περίοδο έντονης πρόθεσης για παγκοσμιοποίηση, κάτι που δεν ορίζεται από εμάς- εμείς οι άνθρωποι ακολουθούμε τις επιταγές της κοινωνίας και οι κοινωνίες ορίζουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων- φαίνεται ότι σπάνε τα σύνορα, καταρρίπτονται τα ήθη και τα έθιμα και πάμε σε κάτι καινούριο, σε ένα μοντέλο το οποίο φαντάζει τρομακτικό. Αυτή είναι η φύση όμως του ανθρώπου: να εξελίσσεται με οποιοδήποτε αντίκτυπο- θετικό ή αρνητικό. Σ’ αυτή την τάση, από το ’70 και μετά υπάρχει ένα ιδιαίτερα έντονο ρεύμα, με την χειραφέτηση των γυναικών και το φεμινισμό, αλλά και με τη γενική απελευθέρωση του ανθρώπου μέσω των media και της τεχνολογίας, είναι διαφορετικός ο τρόπος που επικοινωνούμε σήμερα σε σχέση με την εποχή προ της ανακάλυψης τους διαδικτύου. Σαφέστατα υπάρχει και μεγαλύτερη απελευθέρωση κοινωνικοπολιτική, ακόμα και σε μικρές καταπιεσμένες τάξεις, όπως είναι οι γκέι, κάποιες μειονότητες δηλαδή, που πραγματικά πλέον αρθρώνουν ανάστημα. Αυτό πρωτοξεκίνησε από την Αμερική, συνέχισε στο δυτικό-καπιταλιστικό κόσμο, πέρασε στην Αυστραλία πολύ έντονα και πλέον έρχεται και στην Ευρώπη με πολύ ιδιαίτερο τρόπο και σίγουρα φαίνεται και στην χώρα μας αυτή κάθε αυτή.

Δεν έχουμε φτάσει όμως στο ιδεατό αποτέλεσμα…

Αλέκος Συσσοβίτης: Πλέον γίνονται παρελάσεις στο κέντρο της Αθήνας, είδα και πολιτικούς να κατεβαίνουν μαζί τους!  Μια έντονη προκατάληψη υπάρχει.  Ό,τι φιλελεύθερο ενοχλεί το συντηρητικό κόσμο. Πάντα θα συμβαίνει αυτό. Είτε είσαι ένας αιρετικός συγγραφέας, μουσικός, καλλιτέχνης, μια πολιτική φωνή, είτε είσαι ένας άνθρωπος που φωνάζει τη δική του αλήθεια, η οποία όμως δεν είναι αρεστή. Αυτό πάντα θα προκαλεί μία αντίδραση. Και η συντήρηση έχει άμεση εξάρτηση και ανάγκη από την αίρεση και το αντίθετο όμως. Και οι φιλελεύθεροι έχουν ανάγκη τους συντηρητικούς . Γι’ αυτό δεν έχει καταρριφθεί ο θεσμός της εκκλησίας, ο οποίος είναι τόσο κυρίαρχος, όπου είναι και διεστραμμένος. Στο θετικό θα υπάρχει πάντα το θετικό και το αντίθετο και αυτή η διπολικότητα δημιουργεί έναν  ηλεκτρισμό, όπου για μένα αποτελεί αυτό που λέμε ζωή. Δε νομίζω ότι ο απόλυτος στόχος είναι να κατακτηθεί η απόλυτη ελευθερία, γιατί πάνω στην κυριαρχία της αναρχίας διαταράσσεται η ισορροπία της φύσης. Η φύση κουβαλάει την τάξη και το άναρχο σε ισόποσες μερίδες. Εκεί ισορροπεί. Εμείς θέλουμε και προτάσσουμε το φιλελεύθερο και τασσόμαστε υπέρ αυτού, αλλά η φιλοσοφία αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος και η ζωή αυτή κάθε αυτή ισορροπεί και εξελίσσεται. Είναι τροφή και για τον φιλελεύθερο άνθρωπο. Ο φιλελεύθερος για να νιώσει ότι ικανοποιεί έναν φιλελευθερισμό πρέπει να νιώσει ότι του ασκείται καταπίεση. Έτσι θα λάβει το ερέθισμα. Διαφορετικά θα σταματήσει. Σε οτιδήποτε δε δίνεις καύσιμο, σταματάει. Και η εκκλησία βλέπει το κακό απέναντί της και συνεχίζει και υψώνει φωνή. Αλλιώς, θα τα παράταγε κι αυτή. Αν είχε κατακτηθεί το καλό ποιος ο λόγος για προσπάθεια ή το αντίστροφο;

Ο Μέμος είναι νεκρός;

Αλέκος Συσσοβίτης: Η φιλοσοφία λέει ότι ο θάνατος και η ζωή, ο έρωτας για κάποιους, είναι ένα και το αυτό. Δε νομίζω ότι νεκρώνει ο Μέμος.  Ακόμα κι αν του λείψει ο άλλος που αντιπροσωπεύει την ύψιστη αγάπη, γιατί πολλές φορές ο άλλος είναι η αφορμή για να εκφράσουμε εμείς συναισθήματα. Δεν ξέρουμε πόσο ειλικρινής και ανιδιοτελής είναι αυτή η υπέρμετρη αγάπη που δείχνουμε για τους άλλους, αν προκαλείται δηλαδή από τον άλλο και ανήκει σ’ αυτόν ή αν είναι ερέθισμα ο άλλος για να νιώσουμε έντονα συναισθήματα. Παρ’ όλα αυτά ο Μέμος εκείνη τη μικρή χρονική στιγμή που τον βιώνουμε εμείς ως θεατές νομίζω ότι οικειοποιείται την έννοια του θανάτου. Η στιγμή αμέσως μετά τον θάνατο των γονιών μου, μου παρείχε τη μέγιστη αίσθηση γαλήνης που έχω νιώσει ποτέ, γιατί εξοικειώθηκα με την έννοια του θανάτου. Κάποιοι φιλόσοφοι λένε ότι τον θάνατο μια ζωή τον αντιπαλευόμαστε, αλλά όταν έρθει η στιγμή που θα τον βιώσουμε, δεν τον γνωρίζουμε γιατί έχουμε φύγει κι αυτός έχει έρθει, οπότε μάταια η ανησυχία μας για όλο αυτό. Στον αιφνίδιο θάνατο, που ήταν του πατέρα μου και ήταν σοκαριστικός, η παρουσία του έγινε τόσο ισχυρή που με στιγμάτισε. Γαλήνευσα όταν συνέβη το γεγονός και τον αποδέχτηκα. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα αυτό που λένε οι φιλόσοφοι- ότι το ένα υπάρχει στο άλλο και αντιθέτως. Ότι ζωή και θάνατος είναι ένα και το αυτό και ότι κάποιοι υποστηρίζουν και την αιωνιότητα, από τον Σωκράτη μέχρι τώρα, και τη γενετική αλυσίδα- πεθαίνει ένα λουλούδι και την άλλη μέρα θα γεννηθεί ένα καινούριο, οπότε είναι πολύ σημαντική η εξοικείωση με το θάνατο. Ο Μέμος επί σκηνής είναι ζωντανός-νεκρός κι αυτό μ’ αρέσει. Κατά το Σκουρλέτη κι ο Στάμος είναι ζωντανός-νεκρός, τα πράγματα δεν πεθαίνουν. Στο έργο του Μάτεση, ο Μέμος μιλά στον καλόγερο όπου τον ντύνει με ρούχα. Σε μια κρεμάστρα μιλάει! Ακόμα κι έτσι να παριστανόταν ο Μέμος δεν είναι νεκρός, ζει με την ανάμνηση των καλών και των κακών στιγμών που έχει ζήσει με τον συνάνθρωπό του που έχει πεθάνει.

Σήμερα πιστεύω πως είμαστε όλοι ζωντανοί-νεκροί… Γεννιόμαστε και  πεθαίνουμε συνεχώς…

Αλέκος Συσσοβίτης: Είμαστε! Επειδή έχουμε συνειδητότητα της θνητότητάς μας φλερτάρουμε με την έννοια του θανάτου, αλλά κατ’ ουσία είμαστε ζωντανοί και αυτό πρέπει να απολαμβάνουμε. Εφόσον είμαστε θνητοί και γνωρίζουμε ότι είμαστε ζωντανοί είμαστε και νεκροί, γιατί δεν έχουμε άγνοια.

Περισσότερο αναφερόμουν σε γεγονότα που μας σκοτώνουν καθημερινά… Τα οικονομικά προβλήματα, η θλίψη που βιώνουμε, μετά όμως θα υπάρξει κάτι άλλο που θα μας δώσει μια ανάσα ζωής…

Αλέκος Συσσοβίτης: Πάντα έτσι θα είναι. Κάθε δευτερόλεπτο που φεύγει είναι ένας μικρός θάνατος, αλλά γεννιέται ένα καινούριο. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε πεθαίνουν άνθρωποι αλλά γεννιούνται άλλοι. Οπότε και εμείς οι ίδιοι, όσο πιο γρήγορα αντιληφθούμε ότι δεν μπορούμε να σταματήσουμε τον χρόνο, δε μπορούμε την καλή στιγμή της ευτυχίας που μας έδωσε μια χαρά, ο έρωτας, η επαγγελματική επιτυχία, η γέννηση ενός παιδιού και η καταξίωση, ένα φιλί του μπαμπά, ένα ποτήρι γάλα, ο καφές που πίνουμε, δε μπορούν να μείνουν αιώνια σαν αίσθηση, θα πεθάνει και κάτι καινούριο θα γεννηθεί. Και τα προβλήματά μας δε λύνονται ποτέ. Γιατί τη στιγμή που δίνουμε απάντηση σε κάποιο πρόβλημα, ένα καινούριο ερώτημα θα γεννηθεί και κάποια απάντηση επιζητά. Άρα, πάντα θα είμαστε σε αυτή τη διαδικασία της γέννησης και του θανάτου. Αυτή είναι η γοητεία της ζωής. Η αιωνιότητα είναι κύμα της ανθρώπινης φαντασίας. Σαφέστατα όλοι θέλουν να μην τελειώσει ποτέ η χαρά και η θλίψη που ζούμε, επειδή το άγνωστο είναι άγνωστο και γι’ αυτό ονομάζεται έτσι, δεν ξέρουμε τι θα έρθει μετά, εμείς θέλουμε την ασφάλεια αυτού που γνωρίζουμε τώρα, εμείς επικαλούμαστε τη διάθεση για αθανασία, την αιωνιότητα. Υπάρχουν φορές που είμαι τελείως μηδενιστής και θέλω αυτό που έχουμε να τελειώσει. Θα έρθουμε με μια άλλη μορφή; Σαν σύννεφο, πέτρα ή βροχή; Δεν γνωρίζω, μπορεί να μην έρθουμε και ποτέ. Και τι έγινε; Και ποιοι είμαστε; Δεν είμαστε και τόσο σημαντικοί. Όταν κοιτάς το καλοκαίρι μια ξαστεριά και βλέπεις το χάος, φώτα αστέρια που δεν υπάρχουν καν κι εμείς βλέπουμε το αποτέλεσμα αυτών των φώτων, αυτά έχουν πεθάνει ήδη κι όταν βλέπεις το γαλαξία που έχει τόση ζωή, η δική μας ύπαρξη είναι ένας κόκκος στη άμμο. Αν καταλάβεις τη σημαντικότητα και την ασημαντότητα της ύπαρξης αυτής κάθε αυτής, θα φανεί αδιάφορη ακόμα και η κατάκτηση της αιωνιότητας που μπορεί να είναι και ανέφικτη. Αλλιώς, θα είχαμε τους θανόντες  που θα μας έλεγαν ότι υπάρχουμε.

Ίσως και η αιωνιότητα να μας κρατούσε πίσω από την προσπάθεια να βελτιώσουμε τη ζωή μας

Αλέκος Συσσοβίτης: Ξέρεις κάτι; Είναι σαν να σου λέω δεν τρέχει και τίποτα θα κάνουμε έρωτα σε τρία χρόνια, άσε πάμε να φάμε. Γιατί βιαζόμαστε μια ζωή εδώ θα ‘μαστε. Και μετά καταρρίπτονται οι προσπάθειες, τα συναισθήματα… Όταν δεν έχεις αντίπαλο δέος το χρόνο δε μπορείς να νιώσεις, δε μπορείς να κατακτήσεις κάτι. Μπορεί η φύση ορθώς να έπλασε τον άνθρωπο, τον οποίο θεωρώ το μέγιστο και το χείριστο ον στον πλανήτη, καθώς κάνει τα μέγιστα και τα χείριστα, η καταστροφή που έχει επιφέρει στο ζωικό και στο φυσικό βασίλειο είναι ανυπολόγιστη. Ακόμα και το ότι θα μεταναστεύσει από αυτό τον πλανήτη και θα πάει αλλού είναι μες στη φύση του, τίποτα παραπάνω. Η βία είναι μέσα στη φύση του, είναι το πιο αιμοβόρο πλάσμα στον πλανήτη και δε μπορείς να τα αλλάξεις αυτά. Είναι η φύση του αυτή κάθε αυτή. Ο παιδοκτόνος ή ο εγκληματίας δεν είναι αρεστός, καταδικάζεται, αλλά η χείριστη μορφή του ανθρώπου, που έχει πλάσει με την φαντασία του θρησκείες, διαβόλους, αυτή είναι η φύση του όπως και να πράξει. Ξοδεύονται τόσα χρήματα για να μεταναστεύσει σε άλλο πλανήτη όταν η Αφρική λιμοκτονεί.  Με τα χρήματα αυτά θα σωζόταν η δεύτερη σε πληθυσμό περιοχή του πλανήτη. Δεν το κάνουμε, κοιτάμε το όνειρο. Δεν είναι αρεστό, αλλά αυτή είναι η φύση μας. Η πρόθεση της αιωνιότητας. Ας ζήσουμε όμως την κάθε στιγμή σαν να μην είναι δεδομένη η επόμενη. Και το λέω συνέχεια σε νέα παιδιά που μου στέλνουν στο faceboοk, o Γκάντι έλεγε ότι σημασία δεν έχει τι κάνεις, αλλά αυτό που κάνεις να το κάνεις καλά. Καμία στιγμή δεν είναι δεδομένη, δεν ξέρεις τι θα γίνει αύριο. Οπότε εφόσον έχεις να πιεις έναν καφέ τώρα, πιες τον και απόλαυσε το, μην σκέφτεσαι ότι πρέπει να ‘σαι αλλού.

Το «κάνεις πριν σε φάνε τα σκυλιά»….

Αλέκος Συσσοβίτης: Ναι… αυτό είναι ένα κομμάτι του Μάτεση, ιδιαίτερα πολιτικό και ιδιαίτερα ποιητικό. Και μέσα από την τέχνη θα ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και θα οδηγηθούμε στην εξιλέωση. Καθόλου ανώδυνο. Όπως και στον τοκετό. Αν δεν πόναγε η γυναίκα στη γέννα θα είχε τέτοια αγαλλίαση μετά και θα έδινε τόσα πολλά στο παιδί; Ενώ ο πατέρας δεν ζορίστηκε για το παιδί για να είναι τόσο ταγμένος σ’ αυτό. Γιατί η μητέρα θα είναι φύσει θέσει διαφορετική απ’ το παιδί. Οι γονείς πρέπει να βάλουν πολύ νερό στο κρασί τους για να μην περάσουν τα δικά τους θέλω στο παιδί και να αποδέχονται τα δικά του. Θα πρέπει να πονέσει η γυναίκα για να μπορέσει μετά να σοκαριστεί.

Χωρίς τον πόνο δε μπορεί να υπάρξει και η χαρά…

Αλέκος Συσσοβίτης: Για να νιώσεις την χαρά πρέπει να λυπηθείς και το αντίστροφο. Γιατί να λυπηθείς αν δεν έχεις χαρεί; Πώς θα απογοητευτείς αν δεν έχεις ερωτευτεί; Και μετά σου λέει όχι ο άλλος ή ο εαυτός σου και απογοητεύεσαι- γιατί μπορεί να στο πει και ο εαυτός σου.

Είστε ένας ηθοποιός που έγινε γνωστός και αγαπήθηκε μέσα από την τηλεόραση. Παρ’ όλα αυτά απέχετε πολλά χρόνια. Πώς κρίνετε το τηλεοπτικό πεδίο και τι σας κράτησε μακριά από το μέσο;

Αλέκος Συσσοβίτης: Δεν απέχω. Οι περισσότεροι ηθοποιοί που κάνουν καλό θέατρο δεν εμφανίζονται στην τηλεόραση, χωρίς να θέλω να πω ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικοί ηθοποιοί με τηλεοπτική παρουσία. Δεν γίνονται προτάσεις, δεν υπάρχουν καλές προτάσεις, όπως γίνονταν παλιά. Το πρόβλημα είναι καθαρά μαθηματικό. Δεν υπάρχουν χρήματα. Οι τράπεζες έκλεισαν τα Canoelands. Εφόσον δεν υπάρχει κεφάλαιο η τηλεόραση κάνει συγκεκριμένα εμπορικά πράγματα, ρομαντικές κομεντί, καθώς δεν μπορεί να υποστηρίξει δραματικές σειρές, όποτε δεν υπάρχουν προτάσεις για ηθοποιούς που ειδικεύονται στο δράμα. Εγώ έχω κάνει και κωμωδίες, το «Είσαι το ταίρι μου», και όχι μόνο, αλλά αυτή την περίοδο δε γίνονται προτάσεις. Δεν απέχουμε λοιπόν, η τηλεόραση απέχει από εμάς. Το τοπίο δε μπορώ να το κρίνω. Είμαι τόσο απασχολημένος από το να ζήσω από το θέατρο, οπότε δε βλέπω τηλεόραση. Όταν κάναμε 45 σειρές και έγιναν 5, οι καλές δουλειές έφυγαν από τον κουβά. Μην κρίνουμε την τηλεόραση με τον ίδιο τρόπο. Βλέπουμε ότι επενδύει στα reality, αυτά πουλάνε αυτά κάνει. Δεν ξέρω αν αλλάξει το τοπίο, σίγουρα πρέπει να φύγει αυτή η μόδα, να ξεπεραστεί η κρίση και να ξαναεπενδύσουμε στην τηλεόραση. Το θέατρο άλλωστε δεν χρειάζεται χρήματα, είναι η τέχνη του λόγου, ενώ η τηλεόραση είναι η τέχνη της εικόνας.

Ποια είναι τα μελλοντικά επαγγελματικά σας σχέδια;

Αλέκος Συσσοβίτης: Τα Αμάραντα θα κατέβουν στην Αθήνα, στο Faust, στον χώρο που διαθέτω με τον Αντώνη τον Περιστεράκο, τον συνέταιρό μου, στην Αθήνα, για 30 παραστάσεις- 11 Οκτωβρίου έως 19 Νοεμβρίου, Τετάρτη με Κυριακή. Ήδη κάνουμε πρόβες και έχουμε πρεμιέρα 1 Δεκεμβρίου με 1 Απριλίου στο θέατρο “Θησείον ένα θέτρο για τις Τέχνες”, για την παράσταση”Νεκρή Ζώνη” (“No Man’s Land”) του Χάρολντ Πίντερ, με το Γιώργο Αρμένη, τον Αντώνη Καρυστινό και το Γιάννη Στεφόπουλο, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου. Είναι ένα εξίσου πάρα πολύ ιδιαίτερο έργο, ποιητικό, φευγάτο, πειραγμένο. Ο Πίντερ είναι ένας φιλέλλην συγγραφέας και θέλω να πιστεύω ότι παρά την ιδιαιτερότητα του έργου ο κόσμος θα το αγαπήσει.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Αμάραντα” στην Αθήνα Εδώ και στην Θεσσαλονίκη Εδώ 

Όσο πιο πολύ αποκοιμιέται μια κοινωνία, τόσο πιο εύκολα παραδίνεται

  Υπεύθυνη συνέντευξης: Κατερίνα Παπούλια

Πέρασα… Μια παράσταση με κέντρο την ποίηση της Κικής Δημουλά. Μια διαφορετική ανάγνωση του έργου της, που μέσα από  την ερμηνεία της Γιώτας Φέστα και τη μουσική και σκηνοθεσία της Σοφίας Καμαγιάννη ταξιδεύει και συγκινεί.

Η φθορά αποτελεί φόβητρο για τη Δημουλά. Ποια είναι η στάση που διατηρείτε απέναντι στο γήρας και το θάνατο και ποια η επίγευση που θέλετε να αφήσει η παράσταση στο θεατή;

Σοφία Καμαγιάννη:  Εδώ η στάση της ποιήτριας με βρίσκει αντίθετη. Αποδέχομαι τη φυσική ροή της ζωής και όσο μεγαλώνω νιώθω να εμβαθύνω όλο και πιο πολύ στο μυστήριο του (φυσικού) θανάτου ως αναπόσπαστου στοιχείου της. Αυτό με μια επεξεργασία φιλοσοφική που γίνεται σταδιακά βίωμα. Το μόνο περίεργο που με πιάνει κάποιες φορές είναι το να προλάβω να κάνω κάποια πράγματα που έχω ονειρευτεί. Από την άλλη, η σωματική φθορά από μόνη της μου προκαλεί άγχος, όχι με την αγωνία του μετά, αλλά για το που και πως θα βρίσκομαι για να την αντιμετωπίσω. Για την επίγευση θα σας απαντήσω με έναν στίχο της Δημουλά: «Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας. Eκεί που τελειώνουμε εμείς αρχίζει η θάλασσα»

Γιώτα Φέστα: Όλη μας η ζωή είναι μια πάλη να καταργήσουμε αυτό το ασυμβίβαστο. Το ασυμβίβαστο του θανάτου. Είναι δύσκολο να διαχειριστεί κανείς τη φθορά, τα γεράματα, το θάνατο. Ο καθένας μας έχει ένα δικό του τρόπο να διαχειριστεί το υπαρξιακό του θέμα. Νομίζω πως όσο έχουμε επιθυμίες απομακρύνουμε με ένα τρόπο αυτή την επικείμενη φθορά, που καμιά φορά μας τρομάζει περισσότερο κι από τον ίδιο τον θάνατο.
Όσο κοντά είσαι στις επιθυμίες σου με μια έννοια ξαναφτιάχνεις τον κόσμο, δημιουργείς ομορφιά.
Σαν επίγευση θα διάλεγα τον στίχο που αρχίζει η παράσταση «το λάθος αίσθημά μου κι ο κόσμος του όλος, ειν’ ο σωστός μου κόσμος».

Η ποίηση της Δημουλά διακρίνεται από έντονες υπερρεαλιστικές καταβολές και βαθιά νοήματα. Με ποιο τρόπο επιλέξατε να τα αποδώσετε και ποιες δυσκολίες συναντήσατε; (μουσικά, σκηνοθετικά, υποκριτικά);  

Σοφία Καμαγιάννη: Για τη μουσική απόδοση μελέτησα κάποια χρόνια τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσα να πλησιάσω την ποίησή της, μια και δεν είναι από τους ποιητές που διαβάζοντάς τους θα κινηθείς να γράψεις αμέσως ένα τραγούδι. Αυτή η δυσκολία μου προκάλεσε ενθουσιασμό μια και ήθελα οπωσδήποτε να προχωρήσω. Έτσι, η φόρμα «τραγούδι» σκέτη θα ήταν ανεπαρκής. Η ηλεκτρονικά επεξεργασμένη φωνή προηγήθηκε του τραγουδιού έτσι κι αλλιώς και σίγουρα μπορεί να ακουμπήσει διαφορετικά και βαθύτερα τις αισθήσεις. Άλλη λύση είναι το “προζάτο τραγούδι” ή το πάντρεμα πρόζας και τραγουδιού. Μετά και οι φωνές μέσα σε ηχητικά τοπία καθημερινότητας… Σκηνοθετικά, η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν να επικοινωνήσω στις ηθοποιούς την ποιητική φόρμα, τη ροή και το σκεπτικό αυτού του έργου, ως σύνθεσης και αλληλεπίδρασης πολλών στοιχείων, με κέντρο τη μουσική. Πήρε καιρό αυτή η αφομοίωση και εξοικείωση, ήταν αναπόφευκτη η διαδικασία των σταδίων. Επί σκηνής, οι εικόνες (βίντεο ή ζωντανές) και οι επιλεγμένες δράσεις, οι οποίες συνοδεύουν τη μουσική, είναι πολλές φορές λύση για να περάσουν βαθύτερα νοήματα. Στη σκηνική πραγμάτωση βοήθησε πολύ το ότι είχα δίπλα μου μια ομάδα ταλαντούχων, και κατάλληλων για το είδος, συντελεστών- μαζί μοιραστήκαμε πολλές …ώρες σκαψίματος μέχρι να φωτιστούν οι σκιές.

Γιώτα Φέστα: Σε όλα τα σπουδαία κείμενα βρίσκουμε κομμάτια μας, έναν αντίλαλο από αναμνήσεις χαμένες. Φωτίζουμε δικές μας πτυχές που μπορεί να ήταν σκοτεινές και βασανιστικές και καμιά φορά τις αγνοούμε. Μου συνέβη πολύ συχνά όταν διάβασα τα κομμάτια που επέλεξε να φωτίσει η Σοφία να ανακαλύψω δικά μου πράγματα. Αυτός ήταν κατ΄αρχήν ο δικός μου δρόμος. Η προσωπική σύνδεσή μου με τα κείμενα.
Όσο για τον τρόπο, η προσπάθειά μου επικεντρώθηκε στο να πλησιάσω τα νοήματα των ποιημάτων έτσι ώστε να καταφέρω, αν το κατάφερα,  να ακουστούν. Σταδιακά αφέθηκα στα αισθήματα και αργότερα προσπάθησα να οργανώσω και πολλές φορές να διορθώσω την συγκίνησή μου, γιατί πολύ συχνά κάποια ποιήματα παρέσυραν τα αισθήματά μου. Στο τέλος αγάπησα «τον κανόνα που διορθώνει την συγκίνηση».

Στην παράσταση ακούγεται ηχογραφημένη η φωνή της ποιήτριας. Ποιος ο ρόλος των ηχητικών αυτών αποσπασμάτων;

Σοφία Καμαγιάννη: Στην παράσταση πρωταγωνιστούν τρία πρόσωπα. Εμπεριέχουν το ένα το άλλο, είναι σε διαρκή αλληλεπίδραση και σύνδεση και συναποτελούν το πρόσωπο της κεντρικής ηρωίδας. Εκφράζονται με διαφορετικό τρόπο (πρόζα η Γιώτα Φέστα, τραγούδι η Θεοδοσία Σαββάκη, ηχογραφημένη-επεξεργασμένη φωνή η Κική Δημουλά). Άρα ο ρόλος της είναι εξίσου σημαντικός με αυτόν των 2 ηθοποιών. Μάλιστα, επειδή δεν την βλέπουμε  φυσικά στη σκηνή, τη φανταζόμαστε, είναι το πιο εξωλογικό κομμάτι της ηρωίδας. Η ιδιαίτερη φωνή της, και ο καταπληκτικός τρόπος που η ίδια διαβάζει τα ποιήματά της, αποτέλεσαν τη βασική πηγή ηχητικής-μουσικής έμπνευσης για μένα, ήταν η αρχή του ταξιδιού.

Γιώτα Φέστα: Όπως είπε και η Σοφία είναι το εξωλογικό κομμάτι της ηρωίδας. Είναι η παρουσία του μεγάλου Άλλου. Είναι η φωνή του συγγραφέα, μέσα στην παράσταση. Καμιά φορά μου ακούγεται σαν τη φωνή του θεού.  Στις πρόβες χαριτολογώντας αναφερόμαστε συχνά στην ποιήτρια λέγοντας «εδώ τώρα μιλάει η Κική» προσπαθώντας να φέρουμε κοντά μας τη σημαντική παρουσία της,  κι έτσι να την ξεφοβηθούμε λιγάκι…. 

Μιλήστε μας για τον άνθρωπο Κική Δημουλά. 

Σοφία Καμαγιάννη: Είναι ένας εντυπωσιακά απλός, καθημερινός άνθρωπος. Από κει και πέρα εγώ την νιώθω μέσα στα χρόνια σαν αιώνια έφηβη, νομίζω ένα κομμάτι της δεν μεγάλωσε ποτέ. Επίσης διαθέτει τρομερό χιούμορ, αυθορμητισμό, τρυφερότητα, σαρκασμό, ενθουσιασμό και πάθος όταν κάτι τη συνεπαίρνει, περιέργεια για το διαφορετικό. Είναι πολύ γενναιόδωρη και πιστή στη φιλία. Προσωπικά της είμαι ευγνώμων για όλα όσα μου έχει προσφέρει. Τα προβλήματα υγείας μπορεί να την έχουν βαρύνει τελευταία, αλλά διατηρεί πάντα ανοιχτό ένα παράθυρο καθαρού συναισθήματος στην επικοινωνία, στο δόσιμό της.

Γιώτα Φέστα: Θεωρώ πολύ τυχερό τον εαυτό μου γι αυτή τη συνεργασία με όλους τους ανθρώπους που βρίσκονται σε αυτή τη δουλειά. Και πρέπει να πω πως όλοι όσοι δουλεύουν σε αυτό το project (και είναι πολλοί), έχουν προσφέρει τον καλύτερο εαυτό τους για την επίτευξη αυτού του στόχου, που δεν είναι και εύκολος.  Αλλά πάνω απ’ όλα είμαι πολύ τυχερή που έχω να κάνω με τα κείμενα αυτής της υπέροχης ποιήτριας.
Την συνάντησα μια φορά μόνο πριν αρκετά χρόνια όταν μου ζήτησαν να διαβάσω κάποια ποιήματά της. Όταν μου είπαν πως θα ήταν παρούσα η αλήθεια είναι πως μου λύθηκαν τα γόνατα. Ένιωθα τόσο έντονα την παρουσία της, έτσι όπως την έβλεπα να κάθεται στην πρώτη σειρά και να μας ακούει. Κάποια στιγμή διαβάζοντας ένα ποίημα που ήταν αφιερωμένο στην μητέρα της βούρκωσα κι ένιωσα μεγάλη αμηχανία. Ήρθε λοιπόν στο τέλος και μου είπε με τόνο ελαφρύ και λίγο αστείο. «Ωραία διαβάσατε… κλάψατε κ λιγάκι…». Είναι ένας άνθρωπος με χιούμορ και αυτό είναι φανερό και στα ποιήματά της.

Ποια πιστεύετε ότι είναι η θέση της ποίησης στην Ελλάδα της εμπορευματοποίησης και του υλικού ευδαιμονισμού;

Σοφία Καμαγιάννη: Διανύουμε παράξενες εποχές…Έχουμε μια τεράστια παράδοση στην ποίηση (και στην μελοποιημένη) και φαίνεται σαν όλο αυτό να έχει κάπου σφηνώσει για να μην το βλέπουμε. Έχει χάσει πολλή από τη δύναμή της…Όχι τυχαία, η γενική διαπίστωση είναι ότι όσο πιο πολύ αποκοιμιέται μια κοινωνία, τόσο πιο εύκολα παραδίνεται. Δεν θέλω να μένω στις αρνητικές διατυπώσεις, θέλω στο μέτρο που μου αναλογεί να κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου, ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος, για να έχει προοπτική αλλαγής αυτή η βαρβαρότητα.

Γιώτα Φέστα: Η ποίηση διασχίζει τον χρόνο. Ο κόσμος των ποιητών είναι ένας κόσμος ελευθερίας. Για μένα είναι η συνενοχή μιας εκλεκτικής σχέσης. Υπήρξε κατά τη διάρκεια της εφηβείας μου αλλά και πέραν αυτής ένας φωτεινός κόσμος σε όλη αυτή την οικογενειακή γκριζάδα που με περιέβαλε.  Λυπάμαι που όσο περνάνε τα χρόνια η ποίηση για τους νέους  είναι ένα τοπίο μακρινό (φταίει βέβαια και η εκπαίδευση). Δεν ξέρουν τι χάνουν! 

Ποια είναι τα μελλοντικά επαγγελματικά σας σχέδια; 

Σοφία Καμαγιάννη: Το χειμώνα θα συνεργαστώ με το Εθνικό Θέατρο, θα γράψω τη μουσική για το «Ψηλά από τη Γέφυρα» του Άρθουρ Μίλλερ, το οποίο θα παρουσιαστεί στην κεντρική σκηνή τον Φεβρουάριο, σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη.

Γιώτα Φέστα: Μετά την περσινή ραστώνη ο φετινός χειμώνας προβλέπεται πολύ κινητικός. Υπάρχει μια συνεργασία με το θέατρο Τ στη Θεσσαλονίκη που θα ανεβάσουμε τον Γυάλινο Κόσμο σε σκηνοθεσία Γλυκερίας Καλαιτζή, τον Δεκέμβριο. Την άνοιξη θα συμμετέχω σε μια ταινία του Ζαχαρία Μαυροειδή, που είναι ένας πολύ ενδιαφέρον νέος σκηνοθέτης. Προς το παρόν όμως είμαι παραδομένη στον κόσμο του «Πέρασα» και ελπίζω πως θα έχει και μια ενδιαφέρουσα συνέχεια.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Πέρασα” στην Αθήνα Εδώ και στην Θεσσαλονίκη Εδώ