Κατηγορία: Αφιερώματα

Hliana Mavromati_passion theater (1)

Hλιάνα Μαυρομάτη: Ονειρεύομαι έναν κόσμο πιο ανθρώπινο. Και εμένα μέσα σε αυτόν.

10945870_10153054393364691_3752937194273345367_oΥπεύθυνη Συνέντευξης: Άννα Μαύρου (Anna Black)

Γεννήθηκε για να ομορφύνει τον κόσμο, όχι μόνο των γονιών της, των αγαπημένων και καταξιωμένων ηθοποιών Βασίλη Μαυρομάτη και Λίλας Καφαντάρη, αλλά και όλων όσων ζουν κοντά της. Και κυρίως τον κόσμο του θεάτρου, γιατί εκεί περνά τις περισσότερες ώρες της ημέρας της.

Φέτος την πετυχαίνουμε εν μέσω προβών για την παράσταση «Ο Δρόμος Περνά από Μέσα»,του πατριάρχη του Νεοελληνικού θεάτρου, Ιάκωβου Καμπανέλλη, γραμμένο το 1990, που θα παρουσιαστεί στο Θέατρο «Τζένη Καρέζη», από τις 20 Οκτωβρίου.

Ηλιάνα καλώς μας όρισες! Από Λίτσα σε Λίτσα…(σ.σ. το ντεμπούτο της έγινε στην τηλεοπτική σειρά «Λίτσα.com» και το όνομα του ρόλου της στην παράσταση είναι Λίτσα). Πες μας τι μεσολάβησε από το ξεκίνημά σου έως σήμερα. 

Hλιάνα Μαυρομάτη: Καλώς σας βρίσκω! Η αλήθεια είναι πως τα δέκα σχεδόν χρόνια που μεσολάβησαν από τη συμμετοχή μου στη σειρά της Όλγας Μαλέα, και την μία από τις πρώτες μου επαγγελματικές εμπειρίες,  είναι ευτυχώς πλούσια και γενναιόδωρα. Ουσιαστικά είναι τα χρόνια της πρώτης μου ωρίμανσης τόσο προσωπικά όσο και καλλιτεχνικά. Το θέατρο κατέκλυσε όλο και πιο έντονα την ζωή μου και οι αναζητήσεις μου βάθυναν.

Δεδομένων των δυσκολιών που υπάρχουν στον χώρο σου και γενικότερα στην ελληνική κοινωνία του σήμερα, εξακολουθείς να υπερασπίζεσαι την απόφασή σου να επιστρέψεις από το εξωτερικό, κάνοντας στροφή 180Ο στην επαγγελματική σου καριέρα και να σπουδάσεις ηθοποιός;

Hλιάνα Μαυρομάτη: Δεν έχω στιγμή μετανιώσει για την απόφασή μου να αφήσω την Αγγλία και να επιστρέψω στην Ελλάδα αλλά ούτε και την απόφασή μου να βουτήξω στην υποκριτική. Πάντα υπάρχουν περίοδοι δυσκολίας και μετατοπίσεων αλλά υπάρχει και μια βαθιά ανάγκη που με κρατά κοντά στην τέχνη μου. Όσο δε περνούν τα χρόνια, η ανάγκη αυτή μετασχηματίζεται σε τρόπο και στάση ζωής, σε ευθύνη και κοινωνική τοποθέτηση. Η σχέση μου με την τέχνη της υποκριτικής μου προσφέρει ένα πεδίο δια βίου έρευνας και καλλιέργειας και αυτόν τον πλούτο δεν μπορώ να τον παραβλέψω εύκολα ή να παρασυρθώ για πολύ από τις καθημερινές δυσκολίες.

Hliana Mavromati_passion theater (3) Το γεγονός των δύο αναγνωρίσιμων γονιών σου και δη ηθοποιών, τι ευκολίες και τι δυσκολίες έθεσε στην καριέρα σου;

Hλιάνα Μαυρομάτη: Το μόνο που μπορώ με σιγουριά να πω είναι πως η σχέση μου με την τέχνη ξεκίνησε πριν ακόμα αποκτήσω συνείδηση, οπότε χρωστάω στους γονείς μου εκτός από τη ζωή που μου χάρισαν και το περιβάλλον στο οποίο με ανέθρεψαν – τα ερεθίσματα που μου προσέφεραν. Από κει και πέρα, ως συνειδητός πια και ενήλικας άνθρωπος από την πρώτη στιγμή που πήρα την απόφαση να ασχοληθώ με το θέατρο, η σχέση μου με αυτό είναι εντελώς προσωπική και η διαδρομή μου αχαρτογράφητη. Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που αγαπώ σε αυτό.

Ευαγγελία, η καταπιεσμένη σύζυγος του Χάρη Αντωνάκου, τι πήρες από αυτόν τον ρόλο και τι έδωσες εσύ;

Hλιάνα Μαυρομάτη: Η Λίτσα για μένα είναι συνεχώς αποκαλυπτική και με αυτήν την έννοια ο ίδιος ο Καμπανέλλης είναι συνεχώς αποκαλυπτικός δια μέσου των χαρακτήρων που έπλασε. Θα έλεγα ότι αυτό που με συνεπαίρνει στη Λίτσα είναι η αστείρευτη περιέργειά της για τη ζωή και τις ανθρώπινες δυνατότητες, η λαχτάρα για εκείνο το «άλλο» που όταν την συναντάμε της είναι ακόμα μόνο μια βαθιά διαίσθηση, ένας κρυφός πόθος για την ελευθερία που της έχει στερηθεί. Παρακολουθούμε μέσα από την πορεία της στο έργο και μέσα από τις συγκρούσεις της με τους άλλους την πορεία προς τη χειραφέτηση, την εναγώνια προσπάθεια να συγκροτήσει τον εαυτό της σε ολοκληρωμένο ανθρώπινο ον. Οι αντιφάσεις και οι μάσκες της είναι η πρόκληση για μένα ως ηθοποιό και το μόνο που μπορώ να προσφέρω είναι η αντίληψη και τα εκφραστικά μου μέσα.

«Ποια είναι αυτή η αξέχαστη ατάκα του ρόλου σου», όπως αναρωτιέται και ο Μπέκετ;

Hλιάνα Μαυρομάτη: «Είπατε πως η ζωή είναι κάτι άλλο…τι άλλο;»

Hliana Mavromati_passion theater (1)

Πως σου φάνηκε να παίζεις σε ένα έργο Νεοελληνικού θεάτρου;

Hλιάνα Μαυρομάτη: Είναι μια ευτυχής συνάντηση αυτή με το υλικό που προσφέρει ο Καμπανέλλης, μιας και είναι αριστοτεχνικός ο τρόπος που έχει δομήσει το έργο και τους ρόλους. Είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας, με ουσιαστική παιδεία και σοβαρές αναφορές. Για έναν ηθοποιό είναι τύχη να αναμετράται με τόσο συμπαγή κείμενα πόσο μάλλον όταν είναι γραμμένα στη γλώσσα του και δεν διαμεσολαβεί ούτε η μετάφραση. Πολύτιμη βοήθεια μας προσφέρει σε αυτήν την συνάντηση ο σκηνοθέτης μας, Κώστας Καζάκος, ο οποίος πέρα από την αστείρευτη εμπειρία του στη θεατρική πράξη ήταν και στενός φίλος του συγγραφέα και μας μεταφέρει ουσιαστικά το ήθος του.

Που αλλού θα σε απολαύσουμε Ηλιάνα αυτή τη σεζόν;

Hλιάνα Μαυρομάτη: Μέχρι τα τέλη του Δεκέμβρη θα βρίσκομαι με το έργο αυτό στο θέατρο Τζένη Καρέζη και από τα μέσα του Φλεβάρη θα ξεκινήσουν οι παραστάσεις του έργου «Ψηλά από τη γέφυρα» του Άρθουρ Μίλερ, σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη στο Εθνικό Θέατρο.

Θα μοιραστείς μαζί μας ένα όνειρο σου για το μέλλον;

Hλιάνα Μαυρομάτη: Ονειρεύομαι έναν κόσμο πιο ανθρώπινο. Και εμένα μέσα σε αυτόν.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση Ο Δρόμος Περνά από Μέσα που θα παίζεται από τις 20 Οκτωβρίου στο θέατρο Τζένη Καρέζη, Εδώ

Hliana Mavromati_passion theater (1)

Σήμερα αποχαιρετούμε την μεγάλη Λούλα Αναγνωστάκη

Το Θέατρο Τέχνης με μεγάλη θλίψη αποχαιρετά τη σπουδαιότερη σύγχρονη Ελληνίδα θεατρική συγγραφέα Λούλα Αναγνωστάκη. Ο βίος και το έργο της υπήρξαν άρρηκτα συνδεδεμένα με το Θέατρο Τέχνης και την ιστορία του, οχτώ από τα δώδεκα θεατρικά έργα της, τα οποία διακρίθηκαν σε Ελλάδα και Ευρώπη, ανέβηκαν για πρώτη φορά στο Θέατρο Τέχνης. Η Λούλα Αναγνωστάκη πρωτοεμφανίστηκε σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, τον Μάιο του 1965 με την Τριλογία της Πόλης («Η διανυκτέρευση», «Η πόλη», «Η παρέλαση»), ακολουθούν: Αντόνιο ή το μήνυμα (1972), Η νίκη (1978) και Η κασέτα (1982) σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, Ο ήχος του όπλου (1987) -το τελευταίο έργο που σκηνοθετεί ο Κάρολος Κουν- και Το ταξίδι μακριά (1995) σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή, με τη Ρένη Πιττακή να πρωταγωνιστεί σ’ όλα της σχεδόν τα έργα στο Θέατρο Τέχνης.

Η νεκρώσιμος ακολουθία της Λούλας Αναγνωστάκη θα τελεστεί σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών στις τέσσερις το μεσημέρι.

Αλέκος Συσσοβίτης: Στο θετικό θα υπάρχει πάντα το θετικό και το αντίθετο και αυτή η διπολικότητα δημιουργεί έναν ηλεκτρισμό, όπου για μένα αποτελεί αυτό που λέμε ζωή.

 Υπεύθυνη συνέντευξης: Κατερίνα Παπούλια

Μιλήστε μας για το ρόλο που υποδύεστε.

Αλέκος Συσσοβίτης: Ο Μέμος είναι ένας φιλότιμος μπουλουξής, ηθοποιός δηλαδή που γυρνάει στην επαρχία. Περιοδεύει με τον Στάμο, συνεργάτη και κολλητό του, χωρίς να έχουν επιτυχία στα θέατρα που παίζουν. Πεινάνε – παίρνουν τον πατσά και τον κάνουν μαγειρίτσα- είναι σε μια χαμηλή οικονομική κατάσταση. Ο Μάτεσης έδειχνε μια ιδιαιτερότητα στους ανθρώπους της χαμηλής τάξης, στους μικροαστούς. Πιστεύω ότι έκανε πολύ σωστά, καθώς εκεί τα προβλήματα της καθημερινότητας και της κοινωνίας  μιας χώρας καταπιεσμένης από τον εμφύλιο και το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο φιλτράρονται μ’ ένα πιο ιδιαίτερο και βαθύ τρόπο στους φτωχούς ανθρώπους, γιατί αυτοί που ανήκουν στη μεσαία ή στην υψηλή τάξη θα βρουν κάποιο τρόπο να αντεπεξέλθουν σ’ αυτό που λέμε φτώχεια, σ’ αυτό που λέμε πείνα. Όταν το στομάχι ενός ανθρώπου πεινάει πραγματικά η καθημερινότητα γίνεται πάρα πολύ δύσκολη και η ψυχολογία πρέπει να έχει ένα πολύ ισχυρό σθένος για να αντεπεξέλθει. Ο Μέμος ανήκει σε αυτούς τους ανθρώπους. Τους ανθρώπους που σε ημερήσια διάταξη πρέπει να άρει από κάπου, από μια πηγή έως και ανύπαρκτη, ένα σθένος ισχυρό, τέτοιο ούτως ώστε θα του δώσει τα εχέγγυα για να αντεπεξέλθει στα προβλήματα. Χαίρομαι που εγώ μπαίνω σε μια διαδικασία να βιώσω αυτό που συμβαίνει στο Μέμο- δηλαδή το ότι ο Μάτεσης βάζει στην πιο σημαντική στιγμή της ζωής του, αυτουνού και του Στάμου, όταν τους δίνεται το δικαίωμα να παίξουν σε μια μεγάλη σκηνή, τσίρκο δε, αλλά παρουσία χιλίων ατόμων και να πληρωθούν γι’ αυτή τη δουλειά τους-, τους συμβαίνει ό,τι  χειρότερο μπορούσε να τους συμβεί: πεθαίνει ο κολλητός και συνεργάτης του, ο άνθρωπος που αγαπάει ιδιαίτερα όλη του τη ζωή. Σ’ αυτό φυσικά μπορεί κανείς να δει ότι πέρα από τη φιλική σχέση μπορεί να ελλοχεύει και μία ερωτική σχέση, και γι’ αυτό βραβεύτηκε και το έργο στην Αθήνα ως Queer έργο, το έργο δηλαδή στο Queer Festival, που δεν είναι κακό να ειπωθεί μ’ αυτό τον τρόπο, παρόλο που ο Μάτεσης δεν το βγάζει σ’ ένα πρώτο, αλλά σ’ ένα δεύτερο επίπεδο. Χαίρομαι που βιώνω, που παλεύω με το ρόλο, γιατί πραγματικά μ’ έχει απασχολήσει πάρα πολύ το μοιραίο. Πότε έρχεται η ζωή η ίδια και σου παρουσιάζει το πεπρωμένο μ’ ένα πολύ ισχυρό τρόπο, βάζοντάς σε σ’ ένα στοίχημα αδιαπραγμάτευτο να ζήσεις το θάνατο και τη ζωή; Πώς γίνεται  την ίδια στιγμή να συνυπάρχουν και τα δύο στη μέγιστη χαρά και στην ύψιστη απογοήτευση;  Αυτά τα μεγάλα αντιφατικά συναισθήματα όταν συνυπάρχουν την ίδια χρονική στιγμή, όταν σου συμβαίνουν και τα δύο μαζί; Νομίζω ότι εκεί δείχνει πραγματικά ο άνθρωπος τι δύναμη έχει μέσα του, πώς είναι πλασμένος, ποιο είναι το DNA που κουβαλάει, πώς μπορεί να αντεπεξέλθει σε τέτοιες δυσκολίες. Θα το βάλει κάτω ή θα συνεχίσει υπό οποιαδήποτε συνθήκη;

Passion_theater (3)

Και γι’ αυτό ο θεατής δεν ταυτίζεται με ένα, αλλά με όλα τα πρόσωπα

Αλέκος Συσσοβίτης: Ναι, βεβαίως και το κάνει. Εγώ έμεινα στο Μέμο επειδή μου έδωσες το ερώτημα τι είναι αυτό που με τραβάει προς το ρόλο. Ο Γιάννης Σκουρλέτης έλεγε πως όλοι τους έχουν πολύ έντονα συναισθήματα, όμως την ίδια στιγμή είναι αναίσθητοι. Από την άλλη πλευρά, μπορείς να δεις ότι νοιάζονται πολύ για την απώλεια του άλλου, για τ’ ότι καταθέσαν την πολύ καλή τους διάθεση, τον καλύτερό τους εαυτό όταν υπήρχε ο άλλος και την ίδια στιγμή βλέπεις έναν υπέρμετρο εγωισμό που συνέχεια προτάσσεται «εγώ έμεινα μόνος, εμένα μ’ άφησες μόνο, δε με νοιάστηκες». Ένα ύψιστο παράπονο που φαντάζει σαν μία αναισθησία ως προς τον θανόντα. Ή όταν μπαίνει η Μερόπη, ο άλλος χαρακτήρας, η γυναίκα του θανόντα, που έρχεται για να διεκδικήσει διατροφή και υπάρχοντα. Εκεί  βλέπουμε ότι η παρουσία ενός νεκρού, γιατί ο Σκουρλέτης τολμάει να βάλει ένα νεκρό- ζωντανό επί σκηνής- για να μην πω ζωντανό, κινούμενο- βλέπουμε δύο ανθρώπους που ο καθένας επιζητά να επιβεβαιώσει το δικό του εγώ: η Μερόπη τα υπάρχοντα του θανόντα, γιατί θεωρεί ότι πλέον της ανήκουν και τη διατροφή που κάποτε της δίνανε και ο Μέμος, που ζητάει την στολή του για να παραστήσει- τα συναισθήματά του είναι φυσικά πιο έντονα γιατί πηδάει από τη μία κατάσταση στην άλλη. Είναι μία «αγαπούλα» αυτός ο άνθρωπος, τον συμπονώ.

Ταυτίζεστε περισσότερο με το Μέμο σε σχέση με τους υπόλοιπους;

Αλέκος Συσσοβίτης: Προσωπικά ναι. Ούτως η άλλως όταν μου παρουσίασε το έργο ο Σκουρλέτης ήταν ένα μονόπρακτο- “Το Φτερό”, του Μάτεση, που ο βασικός χαρακτήρας του είναι ο Μέμος, είναι σαν ένας μονόλογος αυτό το έργο, όπου η Μερόπη εμφανίζεται και καταθέτει τη δική της θέση, αλλά οι πλέον και  πρόσθετοι μονόλογοι που μπήκαν στο έργο είναι συμπληρωματικοί από τη Γλυκερία Μπασδέκη. Οπότε, στο πρώτο άκουσμα ταυτίστηκα πολύ με το ρόλο και την ευαίσθητη ψυχή αυτού του σκληρού ανθρώπου, όπου θυσιάζει όμως και την καριέρα του, γιατί λέει κάποια στιγμή «Εγώ θα μπορούσα να κάνω μεγάλη καριέρα, αλλά δεν παίρνανε και εσένα», οπότε θυσιάζει μια καριέρα στην Αθήνα και βγαίνει στην επαρχία να γίνει μπουλουξής, να πεινάσει για μία περίοδο, είτε γιατί έχει πολύ μεγάλο συναίσθημα για το φίλο του, είτε γιατί έχει ερωτική σχέση μαζί του. Παρ’ όλα αυτά σίγουρα θρέφει μια πολύ μεγάλη αγάπη για τον άλλο. Αυτό τον κάνει πολύ γενναιόδωρο. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ η τελευταία θέση στο έργο, τ’ ότι καίγεται ο τόπος.Βλέπουμε ένα κίνημα επερχόμενο το οποίο φτάνει στο τσίρκο, σφάζονται μεταξύ τους οι θεατές κ αυτό δημιουργεί μεγάλη ένταση και φυσικά τη συνέπεια να ακυρωθεί η παράσταση. Παρ’ όλα αυτά, ο Μέμος παίρνει τα ρούχα από το νεκρό, ντύνεται γενίτσαρος και βγαίνει να παραστήσει. Αλληγορικά ερμηνεύεται στο ότι δεν το βάζει κάτω και πηγαίνει ακόμα και στο θάνατο σαν καλός γενίτσαρος να θυσιαστεί, γιατί δε μπορεί να κάνει αλλιώς, δε μπορεί να κάνει πίσω, δε μπορεί να κάνει χωρίς τον συνάνθρωπό του και έχει μάθει μια ζωή να παλεύει, δεν έχει άλλες επιλογές, δεν έχει λεφτά, δεν έχει τίποτα. Θα μπορούσε να σηκωθεί και να φύγει από το τσίρκο που δεν είναι τίποτα άλλο από μια Ελλάδα που καίγεται συνέχεια, σαν ένα μεγάλο τσίρκο και αυτή και να προστατέψει τον εαυτό του, να βρει άλλους τρόπους επιβίωσης. Παρ’ όλα αυτά, ο Μέμος διακρίνεται από μια γενναιότητα, που νομίζω ότι αυτό είναι πολύ συμβολικό για το έργο μας, γιατί θα μου άρεσε να αφήσει το φινάλε σαν μια στάση ζωής: ό,τι και να γίνεται στην Ελλάδα ή στον χώρο γύρω μας ή απέναντί μας, εμείς καλούμαστε να άρουμε το μέγιστο δυνατό, να ισορροπήσουμε την αυτοπεποίθησή μας και με σθένος να βγούμε απέναντι στα πράγματα, όποια κι αν είναι αυτά, διαπροσωπικές σχέσεις, ερωτικές σχέσεις, σχέσεις οικογένειας, κοινωνίας, πατρίδας, οτιδήποτε.

Θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε την απόφαση του Μέμου να «παραστήσει» κυριολεκτικά; Ότι δηλαδή είναι ένας ηθοποιός που αρνείται να εγκαταλείψει το σανίδι;

Αλέκος Συσσοβίτης: Ναι, βεβαίως. Κάποια στιγμή λέει «το θέατρο μ’ έσωσε». Το ίδιο πράγμα λέει και η Μερόπη, λόγια της Γλυκερίας Μπασδέκη, γιατί βλέπουμε ότι εμείς οι καλλιτέχνες που ασχολούμαστε με το θέατρο, δε μπορούμε να βιοποριστούμε από αυτό. Αν μιλάμε για τον χαρακτήρα, όχι, ο χαρακτήρας δεν το εγκαταλείπει, βγαίνει και “παραστήνει”, ασχέτως αν γίνεται αυτός ο πανικός.

Υπάρχει όμως κάποια στιγμή που αναγκάζεστε να το εγκαταλείψετε;

Αλέκος Συσσοβίτης: Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει. Δεν ξέρω πως καταφέρνουμε να χορέψουμε. Προφανώς η τροφή η δική μας είναι η τροφή της ψυχής. Και επειδή μέσα από το θέατρο καταφέρνουμε να άρουμε αυτά τα ασυνείδητα πράγματα, να τα καταστήσουμε συνειδητά σ’ εμάς και να αποκτήσουμε αυτό που λέμε αυτογνωσία, να καταλάβουμε ποιοι είμαστε δηλαδή, το όφελος είναι τόσο μεγάλο για να αποκτήσεις ψυχική υγεία, που δεν εγκαταλείπεις αυτή την προσπάθεια. Άλλοι τάσσουν τη ζωή τους στο χρήμα και το ξοδεύουν στους ψυχαναλυτές. Εμείς τάσσουμε τη ζωή μας στην τέχνη και αποφεύγουμε τους ψυχαναλυτές, απλά στερούμαστε οικονομικά. Νομίζω όμως, ότι όταν ο οργανισμός δεν αντέχει αυτή την πίεση, αν δει κάτι άλλο, που θα του δώσει χρήματα και επίσης θα του αποδώσει ψυχική υγεία ή διασκέδαση, μπορεί να κάνει τη μεταστροφή και να φύγει από το θέατρο. Οι πολύ ταγμένοι όμως, δεν το κάνουν αυτό, γιατί υπάρχει μία σχέση εξάρτησης, είναι ναρκωτικό το θέατρο, όπως και κάθε τέχνη.

Και το κοινό είναι εξαρτημένο από το θέατρο…

Αλέκος Συσσοβίτης: Πάντα. Είναι η αρχαιότατη των τεχνών και δεν είναι τυχαίο. Το ζωντανό για συνειδητούς, αλλά και για υποσυνείδητους λόγους από ένστικτο τραβάει το θεατή. Ο Πλάτωνας είχε γράψει το «Σπήλαιο». Στο έργο αυτό, υπάρχει αυτό το παιχνίδι της παράστασης με το φως και τη σκιά. Οι  ρόλοι και οι ιστορίες που βλέπουμε ζωντανά κι επί σκηνής για κάποιο λόγο αντικατοπτρίζουν εμάς. Άρα, το θέατρο είναι ο καθρέφτης του θεατή, ο οποίος  δεν καταλαβαίνει το λόγο που το επισκέπτεται. Βλέποντας όμως μια ιστορία είναι σαν να κοιτάει τον εαυτό του και να βλέπει αυτά που του συμβαίνουν. Μια στιγμή, ένα δευτερόλεπτο μπορεί να ταυτιστείς με το έργο και ταυτίζεσαι γιατί χωρίς να το καταλάβεις, κάτι  ακουμπάει από αυτό που βλέπεις πάνω σου, ταυτίζεται με δικά σου ερωτήματα ή ανησυχίες και σου δίνει το δρόμο και τη λύση. Χρειάζεται έστω ένα κλάσμα του δευτερολέπτου για να βρεις μια απάντηση στον εαυτό σου. Αυτή η διαδρομή είναι πάρα πολύ ισχυρή, δεν συμβαίνει τόσο ισχυρά στον κινηματογράφο ή σε άλλες τέχνες όσο στο θέατρο, γιατί είναι ζωντανό. Το θέατρο -είναι κλισέ αυτό που θα πω- είναι η σχέση μεταξύ του συγγραφέα που εμπνεύστηκε, των ηθοποιών που μεταφέρουν το κείμενο και των θεατών. Οι θεατές με το ενδιαφέρον τους ή όχι συμβάλλουν στο δρώμενο. Άρα το πώς πλάθεται το έργο, το πώς ζωντανεύει η γραφή του συγγραφέα και πώς αποδίδεται στο κοινό από μέρα σε μέρα και από άνθρωπο σε άνθρωπο διαφέρει. Οι θεατές με λίγα λόγια είναι συμμετοχικοί στο δρώμενο του θεάτρου, πράττουν, δεν είναι αποστασιοποιημένοι, έστω και σιωπηλοί με την παρουσία τους ορίζουν τον τρόπο που εξελίσσεται η παράσταση και ανάλογα με την εξέλιξή της, την ενέργεια και την ανάγκη που έχουν οι θεατές να ζητήσουν ή όχι σιωπηλά, με τα αυτιά τους και τα μάτια τους, το κείμενο και η κάθε παράσταση διαφοροποιούνται. Ακόμα και τα λόγια του συγγραφέα μεταφέρονται με διαφορετικό τρόπο, άλλα πράγματα θα αγγίξουν κάθε φορά το θεατή.

Το κοινό είναι «τρομαγμένο»;

Αλέκος Συσσοβίτης: Νομίζω ότι ο άνθρωπος μπροστά στο άγνωστο έχει μία ανησυχία και φόβο. Αλλά αυτός ο φόβος έχει και μία έλξη, γιατί το άγνωστο αυτό μας έλκει όταν το μαθαίνουμε. Η διαδικασία της ανακάλυψης είναι αυτή που μας κάνει να ενδιαφερόμαστε για τα πράγματα. Ο θεατής γι’ αυτό που γίνεται, ο ηθοποιός για το τι έχει γράψει ο συγγραφέας, ο συγγραφέας για το πώς μπορεί να διαπραγματευτεί την οντότητα του αγνώστου, δηλαδή την υπαρξιακή του ανησυχία. Πρώτα αυτός θα τη βάλει στο χαρτί. Το κοινό μπορεί να είναι τρομαγμένο, όχι πάντα και όχι όλοι- μερικοί έρχονται ανυποψίαστοι, μερικοί αδιάφοροι, μερικοί για άλλους λόγους, να δουν το “γκόμενο” Συσσοβίτη, γιατί δεν έχουν τι να κάνουν. Μερικές φορές οι άνθρωποι δεν πάνε συνειδητά στο θέατρο, αλλά γιατί υπάρχει μια ειδωλολατρία, μια προσωπολατρία για τον ηθοποιό. Περισσότερες φορές για τον ηθοποιό, τον συγγραφέα ή τον σκηνοθέτη, κάτι ψάχνουν. Σίγουρα έχουν μια έγνοια, μπορεί να ‘ναι και ο τρόμος. Αλλά αν μη τι άλλο θα φύγουν λυτρωμένοι ή και πολλές φορές απογοητευμένοι ή και αδιάφοροι. Όμως τολμούν να μπουν στη διαδικασία.

Το έργο στηλιτεύει και ανατρέπει την ετεροκανονικότητα της ελληνικής πραγματικότητας. Πιστεύετε ότι έχουν συντελεστεί βήματα όσον αφορά στην αποδοχή της διαφορετικότητας;

Αλέκος Συσσοβίτης: Ναι, σαφέστατα και έχουν συντελεστεί. Κι επειδή πλέον μιλάμε για μία περίοδο έντονης πρόθεσης για παγκοσμιοποίηση, κάτι που δεν ορίζεται από εμάς- εμείς οι άνθρωποι ακολουθούμε τις επιταγές της κοινωνίας και οι κοινωνίες ορίζουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων- φαίνεται ότι σπάνε τα σύνορα, καταρρίπτονται τα ήθη και τα έθιμα και πάμε σε κάτι καινούριο, σε ένα μοντέλο το οποίο φαντάζει τρομακτικό. Αυτή είναι η φύση όμως του ανθρώπου: να εξελίσσεται με οποιοδήποτε αντίκτυπο- θετικό ή αρνητικό. Σ’ αυτή την τάση, από το ’70 και μετά υπάρχει ένα ιδιαίτερα έντονο ρεύμα, με την χειραφέτηση των γυναικών και το φεμινισμό, αλλά και με τη γενική απελευθέρωση του ανθρώπου μέσω των media και της τεχνολογίας, είναι διαφορετικός ο τρόπος που επικοινωνούμε σήμερα σε σχέση με την εποχή προ της ανακάλυψης τους διαδικτύου. Σαφέστατα υπάρχει και μεγαλύτερη απελευθέρωση κοινωνικοπολιτική, ακόμα και σε μικρές καταπιεσμένες τάξεις, όπως είναι οι γκέι, κάποιες μειονότητες δηλαδή, που πραγματικά πλέον αρθρώνουν ανάστημα. Αυτό πρωτοξεκίνησε από την Αμερική, συνέχισε στο δυτικό-καπιταλιστικό κόσμο, πέρασε στην Αυστραλία πολύ έντονα και πλέον έρχεται και στην Ευρώπη με πολύ ιδιαίτερο τρόπο και σίγουρα φαίνεται και στην χώρα μας αυτή κάθε αυτή.

Δεν έχουμε φτάσει όμως στο ιδεατό αποτέλεσμα…

Αλέκος Συσσοβίτης: Πλέον γίνονται παρελάσεις στο κέντρο της Αθήνας, είδα και πολιτικούς να κατεβαίνουν μαζί τους!  Μια έντονη προκατάληψη υπάρχει.  Ό,τι φιλελεύθερο ενοχλεί το συντηρητικό κόσμο. Πάντα θα συμβαίνει αυτό. Είτε είσαι ένας αιρετικός συγγραφέας, μουσικός, καλλιτέχνης, μια πολιτική φωνή, είτε είσαι ένας άνθρωπος που φωνάζει τη δική του αλήθεια, η οποία όμως δεν είναι αρεστή. Αυτό πάντα θα προκαλεί μία αντίδραση. Και η συντήρηση έχει άμεση εξάρτηση και ανάγκη από την αίρεση και το αντίθετο όμως. Και οι φιλελεύθεροι έχουν ανάγκη τους συντηρητικούς . Γι’ αυτό δεν έχει καταρριφθεί ο θεσμός της εκκλησίας, ο οποίος είναι τόσο κυρίαρχος, όπου είναι και διεστραμμένος. Στο θετικό θα υπάρχει πάντα το θετικό και το αντίθετο και αυτή η διπολικότητα δημιουργεί έναν  ηλεκτρισμό, όπου για μένα αποτελεί αυτό που λέμε ζωή. Δε νομίζω ότι ο απόλυτος στόχος είναι να κατακτηθεί η απόλυτη ελευθερία, γιατί πάνω στην κυριαρχία της αναρχίας διαταράσσεται η ισορροπία της φύσης. Η φύση κουβαλάει την τάξη και το άναρχο σε ισόποσες μερίδες. Εκεί ισορροπεί. Εμείς θέλουμε και προτάσσουμε το φιλελεύθερο και τασσόμαστε υπέρ αυτού, αλλά η φιλοσοφία αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος και η ζωή αυτή κάθε αυτή ισορροπεί και εξελίσσεται. Είναι τροφή και για τον φιλελεύθερο άνθρωπο. Ο φιλελεύθερος για να νιώσει ότι ικανοποιεί έναν φιλελευθερισμό πρέπει να νιώσει ότι του ασκείται καταπίεση. Έτσι θα λάβει το ερέθισμα. Διαφορετικά θα σταματήσει. Σε οτιδήποτε δε δίνεις καύσιμο, σταματάει. Και η εκκλησία βλέπει το κακό απέναντί της και συνεχίζει και υψώνει φωνή. Αλλιώς, θα τα παράταγε κι αυτή. Αν είχε κατακτηθεί το καλό ποιος ο λόγος για προσπάθεια ή το αντίστροφο;

Ο Μέμος είναι νεκρός;

Αλέκος Συσσοβίτης: Η φιλοσοφία λέει ότι ο θάνατος και η ζωή, ο έρωτας για κάποιους, είναι ένα και το αυτό. Δε νομίζω ότι νεκρώνει ο Μέμος.  Ακόμα κι αν του λείψει ο άλλος που αντιπροσωπεύει την ύψιστη αγάπη, γιατί πολλές φορές ο άλλος είναι η αφορμή για να εκφράσουμε εμείς συναισθήματα. Δεν ξέρουμε πόσο ειλικρινής και ανιδιοτελής είναι αυτή η υπέρμετρη αγάπη που δείχνουμε για τους άλλους, αν προκαλείται δηλαδή από τον άλλο και ανήκει σ’ αυτόν ή αν είναι ερέθισμα ο άλλος για να νιώσουμε έντονα συναισθήματα. Παρ’ όλα αυτά ο Μέμος εκείνη τη μικρή χρονική στιγμή που τον βιώνουμε εμείς ως θεατές νομίζω ότι οικειοποιείται την έννοια του θανάτου. Η στιγμή αμέσως μετά τον θάνατο των γονιών μου, μου παρείχε τη μέγιστη αίσθηση γαλήνης που έχω νιώσει ποτέ, γιατί εξοικειώθηκα με την έννοια του θανάτου. Κάποιοι φιλόσοφοι λένε ότι τον θάνατο μια ζωή τον αντιπαλευόμαστε, αλλά όταν έρθει η στιγμή που θα τον βιώσουμε, δεν τον γνωρίζουμε γιατί έχουμε φύγει κι αυτός έχει έρθει, οπότε μάταια η ανησυχία μας για όλο αυτό. Στον αιφνίδιο θάνατο, που ήταν του πατέρα μου και ήταν σοκαριστικός, η παρουσία του έγινε τόσο ισχυρή που με στιγμάτισε. Γαλήνευσα όταν συνέβη το γεγονός και τον αποδέχτηκα. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα αυτό που λένε οι φιλόσοφοι- ότι το ένα υπάρχει στο άλλο και αντιθέτως. Ότι ζωή και θάνατος είναι ένα και το αυτό και ότι κάποιοι υποστηρίζουν και την αιωνιότητα, από τον Σωκράτη μέχρι τώρα, και τη γενετική αλυσίδα- πεθαίνει ένα λουλούδι και την άλλη μέρα θα γεννηθεί ένα καινούριο, οπότε είναι πολύ σημαντική η εξοικείωση με το θάνατο. Ο Μέμος επί σκηνής είναι ζωντανός-νεκρός κι αυτό μ’ αρέσει. Κατά το Σκουρλέτη κι ο Στάμος είναι ζωντανός-νεκρός, τα πράγματα δεν πεθαίνουν. Στο έργο του Μάτεση, ο Μέμος μιλά στον καλόγερο όπου τον ντύνει με ρούχα. Σε μια κρεμάστρα μιλάει! Ακόμα κι έτσι να παριστανόταν ο Μέμος δεν είναι νεκρός, ζει με την ανάμνηση των καλών και των κακών στιγμών που έχει ζήσει με τον συνάνθρωπό του που έχει πεθάνει.

Σήμερα πιστεύω πως είμαστε όλοι ζωντανοί-νεκροί… Γεννιόμαστε και  πεθαίνουμε συνεχώς…

Αλέκος Συσσοβίτης: Είμαστε! Επειδή έχουμε συνειδητότητα της θνητότητάς μας φλερτάρουμε με την έννοια του θανάτου, αλλά κατ’ ουσία είμαστε ζωντανοί και αυτό πρέπει να απολαμβάνουμε. Εφόσον είμαστε θνητοί και γνωρίζουμε ότι είμαστε ζωντανοί είμαστε και νεκροί, γιατί δεν έχουμε άγνοια.

Περισσότερο αναφερόμουν σε γεγονότα που μας σκοτώνουν καθημερινά… Τα οικονομικά προβλήματα, η θλίψη που βιώνουμε, μετά όμως θα υπάρξει κάτι άλλο που θα μας δώσει μια ανάσα ζωής…

Αλέκος Συσσοβίτης: Πάντα έτσι θα είναι. Κάθε δευτερόλεπτο που φεύγει είναι ένας μικρός θάνατος, αλλά γεννιέται ένα καινούριο. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε πεθαίνουν άνθρωποι αλλά γεννιούνται άλλοι. Οπότε και εμείς οι ίδιοι, όσο πιο γρήγορα αντιληφθούμε ότι δεν μπορούμε να σταματήσουμε τον χρόνο, δε μπορούμε την καλή στιγμή της ευτυχίας που μας έδωσε μια χαρά, ο έρωτας, η επαγγελματική επιτυχία, η γέννηση ενός παιδιού και η καταξίωση, ένα φιλί του μπαμπά, ένα ποτήρι γάλα, ο καφές που πίνουμε, δε μπορούν να μείνουν αιώνια σαν αίσθηση, θα πεθάνει και κάτι καινούριο θα γεννηθεί. Και τα προβλήματά μας δε λύνονται ποτέ. Γιατί τη στιγμή που δίνουμε απάντηση σε κάποιο πρόβλημα, ένα καινούριο ερώτημα θα γεννηθεί και κάποια απάντηση επιζητά. Άρα, πάντα θα είμαστε σε αυτή τη διαδικασία της γέννησης και του θανάτου. Αυτή είναι η γοητεία της ζωής. Η αιωνιότητα είναι κύμα της ανθρώπινης φαντασίας. Σαφέστατα όλοι θέλουν να μην τελειώσει ποτέ η χαρά και η θλίψη που ζούμε, επειδή το άγνωστο είναι άγνωστο και γι’ αυτό ονομάζεται έτσι, δεν ξέρουμε τι θα έρθει μετά, εμείς θέλουμε την ασφάλεια αυτού που γνωρίζουμε τώρα, εμείς επικαλούμαστε τη διάθεση για αθανασία, την αιωνιότητα. Υπάρχουν φορές που είμαι τελείως μηδενιστής και θέλω αυτό που έχουμε να τελειώσει. Θα έρθουμε με μια άλλη μορφή; Σαν σύννεφο, πέτρα ή βροχή; Δεν γνωρίζω, μπορεί να μην έρθουμε και ποτέ. Και τι έγινε; Και ποιοι είμαστε; Δεν είμαστε και τόσο σημαντικοί. Όταν κοιτάς το καλοκαίρι μια ξαστεριά και βλέπεις το χάος, φώτα αστέρια που δεν υπάρχουν καν κι εμείς βλέπουμε το αποτέλεσμα αυτών των φώτων, αυτά έχουν πεθάνει ήδη κι όταν βλέπεις το γαλαξία που έχει τόση ζωή, η δική μας ύπαρξη είναι ένας κόκκος στη άμμο. Αν καταλάβεις τη σημαντικότητα και την ασημαντότητα της ύπαρξης αυτής κάθε αυτής, θα φανεί αδιάφορη ακόμα και η κατάκτηση της αιωνιότητας που μπορεί να είναι και ανέφικτη. Αλλιώς, θα είχαμε τους θανόντες  που θα μας έλεγαν ότι υπάρχουμε.

Ίσως και η αιωνιότητα να μας κρατούσε πίσω από την προσπάθεια να βελτιώσουμε τη ζωή μας

Αλέκος Συσσοβίτης: Ξέρεις κάτι; Είναι σαν να σου λέω δεν τρέχει και τίποτα θα κάνουμε έρωτα σε τρία χρόνια, άσε πάμε να φάμε. Γιατί βιαζόμαστε μια ζωή εδώ θα ‘μαστε. Και μετά καταρρίπτονται οι προσπάθειες, τα συναισθήματα… Όταν δεν έχεις αντίπαλο δέος το χρόνο δε μπορείς να νιώσεις, δε μπορείς να κατακτήσεις κάτι. Μπορεί η φύση ορθώς να έπλασε τον άνθρωπο, τον οποίο θεωρώ το μέγιστο και το χείριστο ον στον πλανήτη, καθώς κάνει τα μέγιστα και τα χείριστα, η καταστροφή που έχει επιφέρει στο ζωικό και στο φυσικό βασίλειο είναι ανυπολόγιστη. Ακόμα και το ότι θα μεταναστεύσει από αυτό τον πλανήτη και θα πάει αλλού είναι μες στη φύση του, τίποτα παραπάνω. Η βία είναι μέσα στη φύση του, είναι το πιο αιμοβόρο πλάσμα στον πλανήτη και δε μπορείς να τα αλλάξεις αυτά. Είναι η φύση του αυτή κάθε αυτή. Ο παιδοκτόνος ή ο εγκληματίας δεν είναι αρεστός, καταδικάζεται, αλλά η χείριστη μορφή του ανθρώπου, που έχει πλάσει με την φαντασία του θρησκείες, διαβόλους, αυτή είναι η φύση του όπως και να πράξει. Ξοδεύονται τόσα χρήματα για να μεταναστεύσει σε άλλο πλανήτη όταν η Αφρική λιμοκτονεί.  Με τα χρήματα αυτά θα σωζόταν η δεύτερη σε πληθυσμό περιοχή του πλανήτη. Δεν το κάνουμε, κοιτάμε το όνειρο. Δεν είναι αρεστό, αλλά αυτή είναι η φύση μας. Η πρόθεση της αιωνιότητας. Ας ζήσουμε όμως την κάθε στιγμή σαν να μην είναι δεδομένη η επόμενη. Και το λέω συνέχεια σε νέα παιδιά που μου στέλνουν στο faceboοk, o Γκάντι έλεγε ότι σημασία δεν έχει τι κάνεις, αλλά αυτό που κάνεις να το κάνεις καλά. Καμία στιγμή δεν είναι δεδομένη, δεν ξέρεις τι θα γίνει αύριο. Οπότε εφόσον έχεις να πιεις έναν καφέ τώρα, πιες τον και απόλαυσε το, μην σκέφτεσαι ότι πρέπει να ‘σαι αλλού.

Το «κάνεις πριν σε φάνε τα σκυλιά»….

Αλέκος Συσσοβίτης: Ναι… αυτό είναι ένα κομμάτι του Μάτεση, ιδιαίτερα πολιτικό και ιδιαίτερα ποιητικό. Και μέσα από την τέχνη θα ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και θα οδηγηθούμε στην εξιλέωση. Καθόλου ανώδυνο. Όπως και στον τοκετό. Αν δεν πόναγε η γυναίκα στη γέννα θα είχε τέτοια αγαλλίαση μετά και θα έδινε τόσα πολλά στο παιδί; Ενώ ο πατέρας δεν ζορίστηκε για το παιδί για να είναι τόσο ταγμένος σ’ αυτό. Γιατί η μητέρα θα είναι φύσει θέσει διαφορετική απ’ το παιδί. Οι γονείς πρέπει να βάλουν πολύ νερό στο κρασί τους για να μην περάσουν τα δικά τους θέλω στο παιδί και να αποδέχονται τα δικά του. Θα πρέπει να πονέσει η γυναίκα για να μπορέσει μετά να σοκαριστεί.

Χωρίς τον πόνο δε μπορεί να υπάρξει και η χαρά…

Αλέκος Συσσοβίτης: Για να νιώσεις την χαρά πρέπει να λυπηθείς και το αντίστροφο. Γιατί να λυπηθείς αν δεν έχεις χαρεί; Πώς θα απογοητευτείς αν δεν έχεις ερωτευτεί; Και μετά σου λέει όχι ο άλλος ή ο εαυτός σου και απογοητεύεσαι- γιατί μπορεί να στο πει και ο εαυτός σου.

Είστε ένας ηθοποιός που έγινε γνωστός και αγαπήθηκε μέσα από την τηλεόραση. Παρ’ όλα αυτά απέχετε πολλά χρόνια. Πώς κρίνετε το τηλεοπτικό πεδίο και τι σας κράτησε μακριά από το μέσο;

Αλέκος Συσσοβίτης: Δεν απέχω. Οι περισσότεροι ηθοποιοί που κάνουν καλό θέατρο δεν εμφανίζονται στην τηλεόραση, χωρίς να θέλω να πω ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικοί ηθοποιοί με τηλεοπτική παρουσία. Δεν γίνονται προτάσεις, δεν υπάρχουν καλές προτάσεις, όπως γίνονταν παλιά. Το πρόβλημα είναι καθαρά μαθηματικό. Δεν υπάρχουν χρήματα. Οι τράπεζες έκλεισαν τα Canoelands. Εφόσον δεν υπάρχει κεφάλαιο η τηλεόραση κάνει συγκεκριμένα εμπορικά πράγματα, ρομαντικές κομεντί, καθώς δεν μπορεί να υποστηρίξει δραματικές σειρές, όποτε δεν υπάρχουν προτάσεις για ηθοποιούς που ειδικεύονται στο δράμα. Εγώ έχω κάνει και κωμωδίες, το «Είσαι το ταίρι μου», και όχι μόνο, αλλά αυτή την περίοδο δε γίνονται προτάσεις. Δεν απέχουμε λοιπόν, η τηλεόραση απέχει από εμάς. Το τοπίο δε μπορώ να το κρίνω. Είμαι τόσο απασχολημένος από το να ζήσω από το θέατρο, οπότε δε βλέπω τηλεόραση. Όταν κάναμε 45 σειρές και έγιναν 5, οι καλές δουλειές έφυγαν από τον κουβά. Μην κρίνουμε την τηλεόραση με τον ίδιο τρόπο. Βλέπουμε ότι επενδύει στα reality, αυτά πουλάνε αυτά κάνει. Δεν ξέρω αν αλλάξει το τοπίο, σίγουρα πρέπει να φύγει αυτή η μόδα, να ξεπεραστεί η κρίση και να ξαναεπενδύσουμε στην τηλεόραση. Το θέατρο άλλωστε δεν χρειάζεται χρήματα, είναι η τέχνη του λόγου, ενώ η τηλεόραση είναι η τέχνη της εικόνας.

Ποια είναι τα μελλοντικά επαγγελματικά σας σχέδια;

Αλέκος Συσσοβίτης: Τα Αμάραντα θα κατέβουν στην Αθήνα, στο Faust, στον χώρο που διαθέτω με τον Αντώνη τον Περιστεράκο, τον συνέταιρό μου, στην Αθήνα, για 30 παραστάσεις- 11 Οκτωβρίου έως 19 Νοεμβρίου, Τετάρτη με Κυριακή. Ήδη κάνουμε πρόβες και έχουμε πρεμιέρα 1 Δεκεμβρίου με 1 Απριλίου στο θέατρο “Θησείον ένα θέτρο για τις Τέχνες”, για την παράσταση”Νεκρή Ζώνη” (“No Man’s Land”) του Χάρολντ Πίντερ, με το Γιώργο Αρμένη, τον Αντώνη Καρυστινό και το Γιάννη Στεφόπουλο, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου. Είναι ένα εξίσου πάρα πολύ ιδιαίτερο έργο, ποιητικό, φευγάτο, πειραγμένο. Ο Πίντερ είναι ένας φιλέλλην συγγραφέας και θέλω να πιστεύω ότι παρά την ιδιαιτερότητα του έργου ο κόσμος θα το αγαπήσει.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Αμάραντα” στην Αθήνα Εδώ και στην Θεσσαλονίκη Εδώ 

Όσο πιο πολύ αποκοιμιέται μια κοινωνία, τόσο πιο εύκολα παραδίνεται

  Υπεύθυνη συνέντευξης: Κατερίνα Παπούλια

Πέρασα… Μια παράσταση με κέντρο την ποίηση της Κικής Δημουλά. Μια διαφορετική ανάγνωση του έργου της, που μέσα από  την ερμηνεία της Γιώτας Φέστα και τη μουσική και σκηνοθεσία της Σοφίας Καμαγιάννη ταξιδεύει και συγκινεί.

Η φθορά αποτελεί φόβητρο για τη Δημουλά. Ποια είναι η στάση που διατηρείτε απέναντι στο γήρας και το θάνατο και ποια η επίγευση που θέλετε να αφήσει η παράσταση στο θεατή;

Σοφία Καμαγιάννη:  Εδώ η στάση της ποιήτριας με βρίσκει αντίθετη. Αποδέχομαι τη φυσική ροή της ζωής και όσο μεγαλώνω νιώθω να εμβαθύνω όλο και πιο πολύ στο μυστήριο του (φυσικού) θανάτου ως αναπόσπαστου στοιχείου της. Αυτό με μια επεξεργασία φιλοσοφική που γίνεται σταδιακά βίωμα. Το μόνο περίεργο που με πιάνει κάποιες φορές είναι το να προλάβω να κάνω κάποια πράγματα που έχω ονειρευτεί. Από την άλλη, η σωματική φθορά από μόνη της μου προκαλεί άγχος, όχι με την αγωνία του μετά, αλλά για το που και πως θα βρίσκομαι για να την αντιμετωπίσω. Για την επίγευση θα σας απαντήσω με έναν στίχο της Δημουλά: «Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας. Eκεί που τελειώνουμε εμείς αρχίζει η θάλασσα»

Γιώτα Φέστα: Όλη μας η ζωή είναι μια πάλη να καταργήσουμε αυτό το ασυμβίβαστο. Το ασυμβίβαστο του θανάτου. Είναι δύσκολο να διαχειριστεί κανείς τη φθορά, τα γεράματα, το θάνατο. Ο καθένας μας έχει ένα δικό του τρόπο να διαχειριστεί το υπαρξιακό του θέμα. Νομίζω πως όσο έχουμε επιθυμίες απομακρύνουμε με ένα τρόπο αυτή την επικείμενη φθορά, που καμιά φορά μας τρομάζει περισσότερο κι από τον ίδιο τον θάνατο.
Όσο κοντά είσαι στις επιθυμίες σου με μια έννοια ξαναφτιάχνεις τον κόσμο, δημιουργείς ομορφιά.
Σαν επίγευση θα διάλεγα τον στίχο που αρχίζει η παράσταση «το λάθος αίσθημά μου κι ο κόσμος του όλος, ειν’ ο σωστός μου κόσμος».

Η ποίηση της Δημουλά διακρίνεται από έντονες υπερρεαλιστικές καταβολές και βαθιά νοήματα. Με ποιο τρόπο επιλέξατε να τα αποδώσετε και ποιες δυσκολίες συναντήσατε; (μουσικά, σκηνοθετικά, υποκριτικά);  

Σοφία Καμαγιάννη: Για τη μουσική απόδοση μελέτησα κάποια χρόνια τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσα να πλησιάσω την ποίησή της, μια και δεν είναι από τους ποιητές που διαβάζοντάς τους θα κινηθείς να γράψεις αμέσως ένα τραγούδι. Αυτή η δυσκολία μου προκάλεσε ενθουσιασμό μια και ήθελα οπωσδήποτε να προχωρήσω. Έτσι, η φόρμα «τραγούδι» σκέτη θα ήταν ανεπαρκής. Η ηλεκτρονικά επεξεργασμένη φωνή προηγήθηκε του τραγουδιού έτσι κι αλλιώς και σίγουρα μπορεί να ακουμπήσει διαφορετικά και βαθύτερα τις αισθήσεις. Άλλη λύση είναι το “προζάτο τραγούδι” ή το πάντρεμα πρόζας και τραγουδιού. Μετά και οι φωνές μέσα σε ηχητικά τοπία καθημερινότητας… Σκηνοθετικά, η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν να επικοινωνήσω στις ηθοποιούς την ποιητική φόρμα, τη ροή και το σκεπτικό αυτού του έργου, ως σύνθεσης και αλληλεπίδρασης πολλών στοιχείων, με κέντρο τη μουσική. Πήρε καιρό αυτή η αφομοίωση και εξοικείωση, ήταν αναπόφευκτη η διαδικασία των σταδίων. Επί σκηνής, οι εικόνες (βίντεο ή ζωντανές) και οι επιλεγμένες δράσεις, οι οποίες συνοδεύουν τη μουσική, είναι πολλές φορές λύση για να περάσουν βαθύτερα νοήματα. Στη σκηνική πραγμάτωση βοήθησε πολύ το ότι είχα δίπλα μου μια ομάδα ταλαντούχων, και κατάλληλων για το είδος, συντελεστών- μαζί μοιραστήκαμε πολλές …ώρες σκαψίματος μέχρι να φωτιστούν οι σκιές.

Γιώτα Φέστα: Σε όλα τα σπουδαία κείμενα βρίσκουμε κομμάτια μας, έναν αντίλαλο από αναμνήσεις χαμένες. Φωτίζουμε δικές μας πτυχές που μπορεί να ήταν σκοτεινές και βασανιστικές και καμιά φορά τις αγνοούμε. Μου συνέβη πολύ συχνά όταν διάβασα τα κομμάτια που επέλεξε να φωτίσει η Σοφία να ανακαλύψω δικά μου πράγματα. Αυτός ήταν κατ΄αρχήν ο δικός μου δρόμος. Η προσωπική σύνδεσή μου με τα κείμενα.
Όσο για τον τρόπο, η προσπάθειά μου επικεντρώθηκε στο να πλησιάσω τα νοήματα των ποιημάτων έτσι ώστε να καταφέρω, αν το κατάφερα,  να ακουστούν. Σταδιακά αφέθηκα στα αισθήματα και αργότερα προσπάθησα να οργανώσω και πολλές φορές να διορθώσω την συγκίνησή μου, γιατί πολύ συχνά κάποια ποιήματα παρέσυραν τα αισθήματά μου. Στο τέλος αγάπησα «τον κανόνα που διορθώνει την συγκίνηση».

Στην παράσταση ακούγεται ηχογραφημένη η φωνή της ποιήτριας. Ποιος ο ρόλος των ηχητικών αυτών αποσπασμάτων;

Σοφία Καμαγιάννη: Στην παράσταση πρωταγωνιστούν τρία πρόσωπα. Εμπεριέχουν το ένα το άλλο, είναι σε διαρκή αλληλεπίδραση και σύνδεση και συναποτελούν το πρόσωπο της κεντρικής ηρωίδας. Εκφράζονται με διαφορετικό τρόπο (πρόζα η Γιώτα Φέστα, τραγούδι η Θεοδοσία Σαββάκη, ηχογραφημένη-επεξεργασμένη φωνή η Κική Δημουλά). Άρα ο ρόλος της είναι εξίσου σημαντικός με αυτόν των 2 ηθοποιών. Μάλιστα, επειδή δεν την βλέπουμε  φυσικά στη σκηνή, τη φανταζόμαστε, είναι το πιο εξωλογικό κομμάτι της ηρωίδας. Η ιδιαίτερη φωνή της, και ο καταπληκτικός τρόπος που η ίδια διαβάζει τα ποιήματά της, αποτέλεσαν τη βασική πηγή ηχητικής-μουσικής έμπνευσης για μένα, ήταν η αρχή του ταξιδιού.

Γιώτα Φέστα: Όπως είπε και η Σοφία είναι το εξωλογικό κομμάτι της ηρωίδας. Είναι η παρουσία του μεγάλου Άλλου. Είναι η φωνή του συγγραφέα, μέσα στην παράσταση. Καμιά φορά μου ακούγεται σαν τη φωνή του θεού.  Στις πρόβες χαριτολογώντας αναφερόμαστε συχνά στην ποιήτρια λέγοντας «εδώ τώρα μιλάει η Κική» προσπαθώντας να φέρουμε κοντά μας τη σημαντική παρουσία της,  κι έτσι να την ξεφοβηθούμε λιγάκι…. 

Μιλήστε μας για τον άνθρωπο Κική Δημουλά. 

Σοφία Καμαγιάννη: Είναι ένας εντυπωσιακά απλός, καθημερινός άνθρωπος. Από κει και πέρα εγώ την νιώθω μέσα στα χρόνια σαν αιώνια έφηβη, νομίζω ένα κομμάτι της δεν μεγάλωσε ποτέ. Επίσης διαθέτει τρομερό χιούμορ, αυθορμητισμό, τρυφερότητα, σαρκασμό, ενθουσιασμό και πάθος όταν κάτι τη συνεπαίρνει, περιέργεια για το διαφορετικό. Είναι πολύ γενναιόδωρη και πιστή στη φιλία. Προσωπικά της είμαι ευγνώμων για όλα όσα μου έχει προσφέρει. Τα προβλήματα υγείας μπορεί να την έχουν βαρύνει τελευταία, αλλά διατηρεί πάντα ανοιχτό ένα παράθυρο καθαρού συναισθήματος στην επικοινωνία, στο δόσιμό της.

Γιώτα Φέστα: Θεωρώ πολύ τυχερό τον εαυτό μου γι αυτή τη συνεργασία με όλους τους ανθρώπους που βρίσκονται σε αυτή τη δουλειά. Και πρέπει να πω πως όλοι όσοι δουλεύουν σε αυτό το project (και είναι πολλοί), έχουν προσφέρει τον καλύτερο εαυτό τους για την επίτευξη αυτού του στόχου, που δεν είναι και εύκολος.  Αλλά πάνω απ’ όλα είμαι πολύ τυχερή που έχω να κάνω με τα κείμενα αυτής της υπέροχης ποιήτριας.
Την συνάντησα μια φορά μόνο πριν αρκετά χρόνια όταν μου ζήτησαν να διαβάσω κάποια ποιήματά της. Όταν μου είπαν πως θα ήταν παρούσα η αλήθεια είναι πως μου λύθηκαν τα γόνατα. Ένιωθα τόσο έντονα την παρουσία της, έτσι όπως την έβλεπα να κάθεται στην πρώτη σειρά και να μας ακούει. Κάποια στιγμή διαβάζοντας ένα ποίημα που ήταν αφιερωμένο στην μητέρα της βούρκωσα κι ένιωσα μεγάλη αμηχανία. Ήρθε λοιπόν στο τέλος και μου είπε με τόνο ελαφρύ και λίγο αστείο. «Ωραία διαβάσατε… κλάψατε κ λιγάκι…». Είναι ένας άνθρωπος με χιούμορ και αυτό είναι φανερό και στα ποιήματά της.

Ποια πιστεύετε ότι είναι η θέση της ποίησης στην Ελλάδα της εμπορευματοποίησης και του υλικού ευδαιμονισμού;

Σοφία Καμαγιάννη: Διανύουμε παράξενες εποχές…Έχουμε μια τεράστια παράδοση στην ποίηση (και στην μελοποιημένη) και φαίνεται σαν όλο αυτό να έχει κάπου σφηνώσει για να μην το βλέπουμε. Έχει χάσει πολλή από τη δύναμή της…Όχι τυχαία, η γενική διαπίστωση είναι ότι όσο πιο πολύ αποκοιμιέται μια κοινωνία, τόσο πιο εύκολα παραδίνεται. Δεν θέλω να μένω στις αρνητικές διατυπώσεις, θέλω στο μέτρο που μου αναλογεί να κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου, ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος, για να έχει προοπτική αλλαγής αυτή η βαρβαρότητα.

Γιώτα Φέστα: Η ποίηση διασχίζει τον χρόνο. Ο κόσμος των ποιητών είναι ένας κόσμος ελευθερίας. Για μένα είναι η συνενοχή μιας εκλεκτικής σχέσης. Υπήρξε κατά τη διάρκεια της εφηβείας μου αλλά και πέραν αυτής ένας φωτεινός κόσμος σε όλη αυτή την οικογενειακή γκριζάδα που με περιέβαλε.  Λυπάμαι που όσο περνάνε τα χρόνια η ποίηση για τους νέους  είναι ένα τοπίο μακρινό (φταίει βέβαια και η εκπαίδευση). Δεν ξέρουν τι χάνουν! 

Ποια είναι τα μελλοντικά επαγγελματικά σας σχέδια; 

Σοφία Καμαγιάννη: Το χειμώνα θα συνεργαστώ με το Εθνικό Θέατρο, θα γράψω τη μουσική για το «Ψηλά από τη Γέφυρα» του Άρθουρ Μίλλερ, το οποίο θα παρουσιαστεί στην κεντρική σκηνή τον Φεβρουάριο, σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη.

Γιώτα Φέστα: Μετά την περσινή ραστώνη ο φετινός χειμώνας προβλέπεται πολύ κινητικός. Υπάρχει μια συνεργασία με το θέατρο Τ στη Θεσσαλονίκη που θα ανεβάσουμε τον Γυάλινο Κόσμο σε σκηνοθεσία Γλυκερίας Καλαιτζή, τον Δεκέμβριο. Την άνοιξη θα συμμετέχω σε μια ταινία του Ζαχαρία Μαυροειδή, που είναι ένας πολύ ενδιαφέρον νέος σκηνοθέτης. Προς το παρόν όμως είμαι παραδομένη στον κόσμο του «Πέρασα» και ελπίζω πως θα έχει και μια ενδιαφέρουσα συνέχεια.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Πέρασα” στην Αθήνα Εδώ και στην Θεσσαλονίκη Εδώ 

Κριτική για την παράσταση «Όλα θα πάνε καλά (1) Το τέλος του Λουδοβίκου» της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών

 

 Από την Μαρίκα Θωμαδάκη, Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου,
τ. Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών

 

Το έργου του Ζοέλ Πομμερά, με τίτλο, «Όλα θα πάνε καλά (1) Το τέλος του Λουδοβίκου», «προειδοποιεί» για επόμενο, δεύτερο ή τρίτο, θεατρικό επεισόδιο. Ο Γάλλος συγγραφέας εστιάζει σε προβληματισμό σχετικά με την ιδεολογία και τη φιλοσοφία της Γαλλικής Επανάστασης και προβάλει μια εκ των ένδον προοπτική των πραγμάτων. Με βάση αυτό, ο παριζιάνικος θίασος παρουσιάζει το κείμενο του Πομμερά καταδεικνύοντας την εξέχουσα πολιτική ατμόσφαιρα την οποία εξυφαίνουν οι ζυμώσεις λίγο πριν ξεσπάσει το μεγάλο γεγονός της Επανάστασης. Η Επανάσταση θα αποτελέσει τη νέα αφετηρία από την οποία θα εκκινήσει μία καινούργια κοσμοθεωρία που θα οικοδομήσει τα δεδομένα μιας νέας εποχής για την Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο. Η αναγκαιότητα της στοιχειοθέτησης και της ταξινόμησης των δικαιωμάτων του ανθρώπου θα αποτελέσει εις το εξής μία καθαρή πολιτική πρόταση. Εξ αυτής προκύπτουν άλλωστε «περιφερειακά» αιτήματα χάρη στα οποία θα εδραιωθεί η συνείδηση του πολίτη ως θεσμοθετημένη οντότητα στο πλαίσιο δημιουργίας του Συντάγματος.

“Ça Ira /1 Fin de Louis” un spectacle écrit et mis en scène par Joël Pommerat

Η παράσταση στη «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση» καλύπτει με άρτιο τρόπο όλες τις συντεταγμένες που αφορούν το κορυφαίο συμβάν της Γαλλικής Επανάστασης. Άλλωστε, αναδεικνύει ορισμένες σημαντικές λεπτομέρειες μέσα από τις οποίες επικυρώνεται το προεπαναστατικό μέτωπο τόσο εκείνων που βιώνουν έντονα την οδυνηρή καθημερινότητα όσο και εκείνων που «ρητορεύουν» μετ’ ευτελείας. Ο Ζοέλ Πομμερά, συγγραφέας και σκηνοθέτης, εμπλουτίζει τον σχετικό προβληματισμό και δίνει με γλαφυρότητα στον θεατή την υπερβατική γνώση γύρω από την ορθότητα ορισμένων αποφάσεων όταν διακυβεύεται η τύχη ενός ολόκληρου λαού. Πράγματι, η σκηνοθεσία του Πομμερά μοιράζει με ακρίβεια τον λόγο και τις παραλεκτικές πράξεις δημιουργώντας το κλίμα εκείνο που τοποθετεί τον σημερινό θεατή στο εστιακό σημείο της αλήθειας η οποία μετουσιώνεται σε ηχητικό στοιχείο. Εξάλλου, τα φωτιστικά εφφέ και οι έντονοι διαξιφισμοί καλλιεργούν την αληθοφάνεια σε βαθμό που διαπλέκεται η μίμηση της αλήθειας με την αλήθεια. Οι ηθοποιοί αποδίδουν με ενάργεια, με σπάνια προφορικότητα και σωματικότητα την κειμενική «παρτιτούρα» του Ζοέλ Πομμερά χαρίζοντας στο αθηναϊκό κοινό μία παράσταση αξιώσεων.

“Ça Ira /1 Fin de Louis” un spectacle écrit et mis en scène par Joël Pommerat

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Όλα θα πάνε καλά (1) Το τέλος του Λουδοβίκου» του Ζοέλ Πομμερά που παρουσιάζεται στη Στέγη Γραμμάτων και ΤεχνώνΕδώ

Agoritsa Oikonomou_passion theater (4)

Αγορίτσα Οικονόμου: Τον ρόλο τον δικαιολογείς γιατί πρέπει να τον υποδυθείς και όχι να τον κρίνεις

10945870_10153054393364691_3752937194273345367_oΥπεύθυνη Συνέντευξης: Άννα Μαύρου (Anna Black)

Αν δεν επαναλαμβανόταν τη φετινή σεζόν, όσοι δεν είχατε προλάβει να το παρακολουθήσετε, θα είχατε πραγματικά χάσει! «Η δύναμη του σκότους» είναι ένα από τα λιγότερα γνωστά έργα του Λ. Τολστόι, γραμμένο το 1886 στη Ρωσία και απαγορευμένο για χρόνια. Αγαπήθηκε πολύ από το αθηναϊκό κοινό και παρουσιάζεται για 2η χρονιά στο Σύγχρονο θέατρο, από την θεατρική ομάδα ΝΑΜΑ, υπό τις οδηγίες της χαρισματικής σκηνοθέτιδος Ελένης Σκότη.

Οι ρόλοι είναι πραγματικά ένας κι ένας, όπως και οι ηθοποιοί που τους υποδύονται. Αυτή που ξεχωρίζει για το ταπεραμέντο της, το χιούμορ αλλά και τη σαρωτική της ύπαρξη στην σκηνή, είναι η Αγορίτσα Οικονόμου (γνωστή στον πολύ κόσμο ως τη Λάμπραινα από το τηλεοπτικό «Κάτω Παρτάλι») που υποδύεται μία σατανική γυναίκα, την αδίστακτη Ματριόνα.

Αγορίτσα Οικονόμου ως Λάμπραινα (Mega – Kάτω Παρτάλι)

Καλώς μας ήρθες Αγορίτσα! Πες μας δυό λόγια για να σε γνωρίσουμε καλύτερα.

Αγορίτσα Οικονόμου: Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, παιδί του κέντρου. Καταγωγή από την Θεσσαλία, εξ’ ου και το ιδιαίτερο όνομά μου, oνοματοδοσία που συνηθίζεται εκεί. Φοίτησα στη σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη, στην Δραματική σχολή Αθηνών δηλαδή και αποφοίτησα το 2001. Έκτοτε πορεύομαι!

Στη δύναμη του Σκότους, υποδύεσαι την Ματριόνα, την σύζυγο του Ακίμ και μητέρα του Νικήτα, μία ολοκληρωμένη σατανική προσωπικότητα. Δώσε μας περισσότερα στοιχεία για τον ρόλο σου;

Αγορίτσα Οικονόμου: Τα χρώματα της Ματριόνας δεν είναι και ιδιαίτερα φωτεινά, ούτε χαρούμενα θα λέγαμε. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι είναι μία γυναίκα που ζει μέσα σε ένα κόσμο ανδροκρατούμενο, μέσα στη φτώχεια και στην ανέχεια, όπου κύριο μέλημά της, και όχι μόνο το δικό της, είναι να επιβιώσει. Οι τρόποι με τους οποίους χειρίζεται τους ανθρώπους γύρω της και την καθημερινότητά της δεν είναι και οι καλύτεροι…Είναι όπως είπες κι εσύ μία σατανική, βιτριολική και χειριστική προσωπικότητα. Δεν την ενδιαφέρει να μετρήσει πόσο θα πληγωθεί ένας άνθρωπος με τις πράξεις της, ως θα όφειλε. Αυτό όμως που επιλέξαμε με την σκηνοθέτιδά μου Ελένη Σκότη, είναι να μην παίξω αυτόν τον χαρακτήρα ως την πεμπτουσία του απόλυτου κακού, ούτε τελείως δραματικά, αλλά με κάποιες, επί της ουσίας, λάμψεις χιούμορ. Σε αντίθετη περίπτωση κανείς δεν θα ταυτιζόταν μαζί μου γιατί κανείς δεν θέλει να ταυτιστεί με το απόλυτο κακό.

Γιώργος Παπαγεωργίου (Νικήτας) & Αγορίτσα Οικονόμου (Ματριόνα)

Μέσα σου την έχεις δικαιολογήσει μέχρι σε ένα βαθμό;

Αγορίτσα Οικονόμου: Όχι μόνο μέχρι ένα βαθμό, την έχω απόλυτα δικαιολογήσει. Αν δεν την είχα δικαιολογήσει, θα την έκρινα. Πρέπει όμως να υποδυθώ τον ρόλο και όχι να τον κρίνω.

Τι πήρες από τον ρόλο αυτόν και τι έδωσες εσύ σε αυτόν;

Αγορίτσα Οικονόμου: Πάντα παίρνουμε πράγματα από τον ρόλο και πάντα δίνουμε σε αυτόν. Τα ερεθίσματα βρίσκονται παντού και πάντα. Πόσο μάλλον όταν έχεις να κάνεις με ένα τόσο σπουδαίο συγγραφέα όπως τον Τολστόι, όπου στην ουσία αν μου επιτρέπεται να το πω, έχει «καθαρίσει» εκείνος για μένα. Όταν γράφει ένα τέτοιο σπουδαίο έργο και φτάνει σε μένα το δώρο του ρόλου αυτού, έχει «καθαρίσει» εκείνος σε ένα ποσοστό 80% για μένα. Μπαίνω λοιπόν σε αυτό το πολύ ωραίο ταξίδι για να αφομοιώσω, να πάρω και να δώσω συναισθήματα, κατανόηση, αγάπη, χιούμορ, υπομονή, προσπάθεια να κατανοήσω τι κάνει και γιατί το κάνει, τι έχεις κάνει εσύ και τι θα έκανες σε παρόμοιες συνθήκες. Ένα ατελείωτο δούναι και λαβείν.

h dynamh tou skotous_passion theater
Η δύναμη του Σκότους (όλοι οι ηθοποιοί)

«Ποια είναι αυτή η αξέχαστη ατάκα του ρόλου σου», όπως λέει και ο Μπέκετ;

Αγορίτσα Οικονόμου: Πολλές έχω στο μυαλό μου, δεν μπορώ να ξεχωρίσω ποια είναι η πιο σημαντική. Στανισλαβσκικά, δηλαδή μελετώντας το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του ρόλου, είναι ίσως η ατάκα που λέει «Δε γίνεται αλλιώς». Όλες οι πράξεις της Ματριόνας, οτιδήποτε επιλέγει να κάνει, δεν γίνονται ελαφρά τη καρδία. Υπάρχει πάντα από πίσω ένα σχέδιο, ένα πλάνο. Έχει μελετήσει στο μυαλό της ποιος είναι ο κατά τη γνώμη της σωστός τρόπος να φέρεται στους γύρω της, ακόμη και στο ίδιο της το παιδί και αυτόν ακολουθεί. Εμείς ως θεατές βέβαια σκεφτόμαστε ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι.

Ακίμ – Ματριόνα. Είστε το ζευγάρι με το κλασσικό δίπολο καλού – κακού. Αν θυμάμαι καλά δεν έχετε καμία κοινή σκηνή, τουλάχιστον κάποια που να είστε αποκλειστικά οι δυό σας. Τι εξυπηρετεί πιστεύεις το να μην έρχεστε ποτέ αντιμέτωποι;

Αγορίτσα Οικονόμου: Δεν ξέρω για ποιο λόγο μπορεί να το έκανε αυτό ο Τολστόι. Στο παγκόσμιο θέατρο πάντως οι μεγάλοι συγγραφείς από τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή, έως τον Τσέχωφ και τον Ο’Νηλ, δεν κάνουν τίποτα τυχαία. Ίσως να μην τους τοποθέτησε tête-à-tête γιατί δεν αφορούν κανέναν τα άπλυτά τους, η μουρμούρα τους, οι καυγάδες της κουζίνας τους. Η ουσία είναι πως αυτοί οι δύο τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες, οι πράξεις τους, οι τρόποι τους, οι συνομιλίες τους ή οι διαπραγματεύσεις τους, ξεκαθαρίζουν σε συνάρτηση με τους άλλους. Νομίζω ότι αν είχε ο Τολστόι σκεφτεί 10 δρόμους, ο ένας από αυτούς θα ήταν να παρακολουθήσουμε το αντίκτυπο που έχουν πάνω στους τρίτους.

Πέγκυ Τρικαλιώτη (Ανίσια), Γιώργος Παπαγεωργίου (Νικήτας), Αγορίτσα Οικονόμου (Ματριόνα)

Η κοινωνία που περιγράφει ο Τολστόι υπήρξε και θα υπάρχει θεωρείς;

Αγορίτσα Οικονόμου: Ο Τολστόι εμπνεύστηκε αυτό το έργο από αληθινό συμβάν που είχε συμβεί σε μία ρώσικη επαρχία λίγα χρόνια πριν. Οπότε ναι υπήρξε, τώρα αν θα υπάρξει… Πέρσι, εν έτει 2016, λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα μας, στις ειδήσεις άκουσα ότι στη Λάρισα βρέθηκε ένα νεογέννητο στα σκουπίδια. Τι έχει αλλάξει; Αν δεν άλλαξε τίποτα αυτά τα 100 χρόνια, τι πρόκειται να αλλάξει στα επόμενα 100; Υπήρξε αυτή η κοινωνία, υπάρχει και δυστυχώς θα υπάρχει. Αλλαγές γίνονται, υπάρχει εξέλιξη, μεταλλάσσονται τα πράγματα και προς το καλύτερο πολλές φορές, με αργούς ρυθμούς ίσως, αλλάζουν όμως. Η ανθρώπινη φύση και η πολυπλοκότητά της όμως δεν αλλάζει και τόσο. Θα εξακολουθούμε να είμαστε εμπαθείς, να έχουμε κακίες, να είμαστε συμφεροντολόγοι και άπληστοι. Βέβαια στον αντίποδα θα υπάρχει πάντα ο αγνός Ακίμ, η παιδική αθωότητα της Ανιούσκας, το απόλυτα φωτεινό πλάσμα η Μαρίνα, η οποία πορεύεται με αξιοπρέπεια στη ζωή της. Είναι μία κοινωνία πολύ κοντά στο αρχαίο δράμα, πανανθρώπινη, ένα επίπεδο επάνω. Υπάρχει η μοίρα, αλλά εσύ τι θα διαλέξεις;

Ποια είναι η αλήθεια που αναδύεται μέσα από αυτό το βαθιά θρησκευτικό έργο;

Αγορίτσα Οικονόμου: Ο Τολστόι ήταν αφορισμένος από την εκκλησία. Πίστευε πολύ, σαν τον Καζαντζάκη, στον Θεό και στον Θεό μέσα μας. Βαθιά ανθρώπινα. Όμως σαν όλους τους μεγάλους συγγραφείς, δεν δίνει απαντήσεις, θέτει τα ερωτήματα. Η απάντηση ίσως είναι η προσωπική αλήθεια του καθενός, η οποία δεν γίνεται να είναι μία. Είναι η αλήθεια της Αγορίτσας-Ματριόνας, της Πέγκυς, του Γιώργου, της Άννας που είδε την παράσταση, του κύριου τάδε, ολονών μας. Ό,τι αγγίζει τον καθένα μας.

Το τέλος είναι ξεκάθαρο, νίκησε το καλό.

Αγορίτσα Οικονόμου: Ναι, νίκησε η συνείδηση του Νικίτα και η αλήθεια. Παρόλα αυτά, προς υπεράσπιση του δικού μου «κοριτσιού» που υποδύομαι, στο τέλος την έβγαλε καθαρή, δεν λογοδότησε για τίποτα. Βέβαια έχασε το προσωπικό της στοίχημα να θέσει το εαυτό της και τον γιό της κάπου ψηλά με πολλά χρήματα και εξουσία και ο γιος της θα πάει φυλακή…

Τι άλλο ετοιμάζεις αυτή την περίοδο θεατρικά;

Αγορίτσα Οικονόμου: Τον Δεκέμβριο, πρώτα ο Θεός, ξεκινάμε πρόβες στο Εθνικό θέατρο με τον Γιάννη Κακλέα για «Το παιχνίδι της σφαγής» του Ευγένιου Ιονέσκο, επίσης ένα αριστούργημα, όχι ιδιαίτερα παιγμένο. Το έργο είναι μία ωδή στον θάνατο με πλάγια ματιά και πολύ χιούμορ!

Μία ευχή για το μέλλον;

Αγορίτσα Οικονόμου: Να είμαστε στα πόδια μας και να έχουμε την υγεία μας!

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση Η δύναμη του σκότους που θα παίζεται από τις 7 Οκτωβρίου στο Σύγχρονο θέατρο, Εδώ

Λένα Παπαληγούρα: Κάθε φορά αισθάνομαι ότι παίζω γι’ αυτόν τον ένα που μπορεί κάτι να του συμβεί και να δει τη ζωή με άλλο μάτι

  Υπεύθυνη Συνέντευξης: Κατερίνα Παπούλια

Συνομιλώντας με τη Λένα Παπαληγούρα, πρωταγωνίστρια της “Κατερίνας” του Αύγουστου Κορτώ, λίγο πριν τις τελευταίες παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη.

Ζούμε σε μια χώρα όπου ο νεποτισμός έχει χαραχθεί στη συνείδηση του Έλληνα σε τέτοιο βαθμό ώστε το ταλέντο και η σκληρή προσπάθεια που καταβάλλει κάποιος για την κατάκτηση της Ιθάκης του να απορρίπτεται. Έχετε δεχθεί τέτοιου είδους σχόλια προερχόμενη από μια οικογένεια πολιτικών και αν ναι πως το διαχειριστήκατε;

Λένα Παπαληγούρα: Όχι, δεν έχω δεχθεί. Νομίζω ότι αυτό συνέβη επειδή από πολύ νωρίς ήμουν ξεκάθαρη ότι θέλω να κάνω αυτό το πράγμα. Από μικρή με έβλεπαν οι γονείς μου και οι καθηγητές μου ότι είμαι στη θεατρική ομάδα του σχολείου, πηγαίναμε σε διαγωνισμούς, πήγαινα καλά, και μου έλεγαν ότι «πρέπει να ασχοληθείς με αυτό». Έβλεπαν την αγάπη και το πάθος μου, και γι’ αυτό με στήριξαν. Από την άλλη πλευρά, αντιλαμβάνομαι ότι αν δεν έχεις δώσει κανένα δείγμα δουλειάς, είσαι 18 χρονών και πεις ξαφνικά ότι «θέλω να ασχοληθώ με το θέατρο», σε αντιμετωπίζουν λίγο με καχυποψία. Ίσα ίσα, στήριξη δέχθηκα κι επειδή από πολύ νωρίς ακολούθησα το δικό μου δρόμο και έκανα ξεκάθαρο ότι θέλω να γίνω γνωστή μέσα από τη δουλειά μου και όχι επειδή έτυχε να είναι γνωστός ο πατέρας μου ή η οικογένεια μου πολιτικοί, νομίζω ότι γρήγορα αντιλήφθηκαν, τόσο ο κόσμος όσο και οι δημοσιογράφοι, ότι κάνω κάτι τελείως διαφορετικό. Έτσι άρχισε πια ο κόσμος να με μαθαίνει μέσα από τη δουλειά μου.

Οι γονείς σας ήταν σύμφωνοι με την επιλογή σας;

Λένα Παπαληγούρα: Ναι, έβλεπαν ότι από το σχολείο με ενδιαφέρει. Νομίζω ότι επειδή είδαν ότι δεν είπα μια μέρα ότι θέλω να ασχοληθώ με το θέατρο και έβλεπαν ότι το έλεγα σιγά-σιγά,το εννοούσα και το έψαχνα πραγματικά, ήταν σύμφωνοι και με στήριξαν. Ελπίζω ότι τώρα είναι περήφανοι. Έρχονται πάντως και τους αρέσει, είναι πολύ υποστηρικτικοί!

Είστε μια ηθοποιός που στα 32 της χρόνια απαριθμεί σημαντικές επιτυχίες στον χώρο του θεάματος, έχει αποσπάσει το βραβείο Μελίνα Μερκούρη… Έχετε νιώσει ποτέ η επιτυχία αυτή να επενεργεί αρνητικά πάνω σας;

Λένα Παπαληγούρα: Όχι, είμαι από τους ανθρώπους που κάθε φορά ξεκινούν από την αρχή. Για μένα δεν σημαίνει κάτι μια επιτυχία, το θέμα είναι η διάρκεια και η ικανοποίηση που αντλείς από τα πράγματα που κάνεις και το πόσο βαθιά μπαίνεις μέσα σε αυτά. Εκ των πραγμάτων κάνουμε μια δουλειά, η οποία μας κάνει να αναμετριόμαστε με κείμενα που μας υπερβαίνουν, οπότε δε μπορείς παρά να ξεκινάς κάθε φορά από την αρχή, να είσαι ανοιχτός και να προσπαθείς από το μηδέν, οπότε είναι η φύση μου τέτοια που δε θα μπορούσα να «καβαλήσω το καλάμι», αλλά και η φύση της δουλειάς, που σε προσγειώνει και σε γειώνει κάθε μέρα από μόνη της.

Αρνητικές κριτικές υπάρχουν; 

Λένα Παπαληγούρα: Φυσικά και υπάρχουν. Δε μπορούμε να αρέσουμε σε όλους. Νομίζω ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη δουλειά που πρέπει να κάνει κάποιος με τον εαυτό του, έτσι ώστε και στις αρνητικές, αλλά και στις θετικές κριτικές, να δίνει τη βάση που πρέπει. Φυσικά τις διαβάζω, επηρεάζομαι, αλλά μετά τις ξεχνώ και είναι σαν να επιστρέφω σ’ αυτό που πραγματικά με ενδιαφέρει, που είναι η δουλειά και η αυτοβελτίωσή μου. Αλλιώς, μπορεί να χαθείς και να χάσεις τον στόχο σου, που είναι η πραγματική ικανοποίηση και αγάπη γι’ αυτό που κάνεις. 

Η οικονομική κρίση τροφοδοτεί την τέχνη ή επιφέρει το μαρασμό της;

Λένα Παπαληγούρα: Νομίζω ότι σίγουρα η οικονομική κρίση είναι και ηθική κρίση, είναι και πολιτιστική κρίση και γενικότερα μια κρίση που περισσότερο διαβρώνει τα πράγματα, παρά τα βοηθάει να αναπτυχθούν. Από την άλλη, ο κόσμος συνειδητοποιεί στα δύσκολα αυτά χρόνια την ανάγκη του να είμαστε μαζί και να γινόμαστε συμμέτοχοι μιας διαδικασίας και για μένα αυτό είναι και η απόδειξη που οι παραστάσεις πηγαίνουν τόσο καλά. Βλέπεις ότι υπάρχει ανάγκη να μοιραστεί ένα κοινό βίωμα ο κόσμος και από την άλλη έχει ανάγκη να αφήσει πράγματα να τον αγγίξουν, να μετακινηθεί… Οπότε οι παραστάσεις που πραγματικά είναι μ’ ένα τρόπο παραστάσεις που αγγίζουν την ψυχή, είναι και παραστάσεις που βλέπουμε να πηγαίνουν καλά. Για μένα είναι παράδοξο ότι ο κόσμος από το υστέρημά του δίνει χρήματα για να πάει στο θέατρο, γιατί πραγματικά μιλάμε για πάρα πολύ δύσκολες εποχές. Είναι παράδοξο, πολύ συγκινητικό και πολύ ελπιδοφόρο, γιατί δείχνει ότι πραγματικά έχουμε ανάγκη το θέατρο. Από την άλλη, σίγουρα η δουλειά μας δεν είναι χόμπυ. Είναι μια δουλειά που πρέπει να αμείβεται και οι άνθρωποι που εργάζονται στο θέατρο πρέπει να έχουν καλές συνθήκες εργασίας και δυστυχώς η κρίση αυτό δεν το επιτρέπει. Αυτό, συμβαίνει ακόμη περισσότερο στον κινηματογράφο, που βλέπεις ότι δε γίνονται καν παραγωγές, γιατί δεν υπάρχει καμία κρατική μέριμνα να δοθούν χρήματα ώστε να αναπτυχθεί αυτό το κομμάτι, παρ’ όλο που βλέπουμε ότι υπάρχουν ενδιαφέρουσες ιδέες και άνθρωποι που ασχολούνται και δίνουν την ψυχή τους γι’ αυτό. Από πλευράς κόσμου και κοινού είναι συγκινητικό αυτό που συμβαίνει, αλλά από πλευράς συνθηκών φυσικά, όπως και για όλα τα επαγγέλματα τα πράγματα είναι δύσκολα. Το ίδιο συμβαίνει και στην τηλεόραση. Εκεί έτσι κι αλλιώς  απαιτούνται πολλά χρήματα για να γίνει μια παραγωγή, ενώ βλέπεις ότι στο θέατρο σημασία έχει το κείμενο και η ουσία και μπορεί να γίνει κάτι πολύ απλό, αρκεί να είναι ουσιαστικό, ενώ εκ των πραγμάτων τα μέσα του κινηματογράφου και της τηλεόρασης χρειάζονται χρήματα, λόγω του τεχνικού μέσου.

 Αποτελεί για εσάς το θέατρο πολιτική πράξη;

Λένα Παπαληγούρα: Δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι κάνοντας θέατρο μπορώ να αλλάξω τον κόσμο. Από την άλλη, έστω κι αν ένας θεατής μπορεί λίγο να μετακινηθεί και να δει την πραγματικότητα αλλιώς, και να αντιμετωπίσει τη ζωή του και τη θέση του στην κοινωνία με διαφορετικό τρόπο, επειδή μια παράσταση τον έκανε λίγο να μετακινηθεί, για μένα αυτό είναι αρκετό. Κάθε φορά αισθάνομαι ότι παίζω γι’ αυτόν τον ένα που μπορεί κάτι να του συμβεί και να δει τη ζωή με άλλο μάτι.

Η ηθική και συναισθηματική αναλγησία, η ωμή βία και η βαναυσότητα αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα πολλών ρόλων που έχετε υποδυθεί. Ποια είναι η επίδραση των σκηνών αυτών τόσο στον ψυχισμό των θεατών, όσο και στο δικό σας; 

Λένα Παπαληγούρα: Δεν ξέρω γιατί με επιλέγουν γι’ αυτούς τους ρόλους. Σίγουρα έχουν επίδραση στο δικό μου ψυχισμό, γιατί για να μπορέσεις να έρθεις σε επαφή με αυτά τα πρόσωπα, χρειάζεται έρευνα και μελέτη, οπότε μπαίνεις πολύ βαθιά στο να κατανοήσεις τέτοιες προσωπικότητες. Η περίοδος των προβών είναι δύσκολη. Επίσης, νομίζω ότι αυτό που είναι ο σκοπός των παραστάσεων είναι να αγγίζουν τους θεατές, οπότε θέλω να πιστεύω ότι έχουν επίδραση και στο δικό τους ψυχισμό. Όχι επίδραση τέτοια ώστε να τους προκαλεί θέμα, αλλά ώστε εκείνη τη στιγμή, όπως λέγαμε πριν, να μετακινούνται. 

Οπότε πιστεύετε ότι ευαισθητοποιούν, δεν κατασκευάζουν αρνητικά πρότυπα.

Λένα Παπαληγούρα: Σίγουρα ευαισθητοποιούν. Μιλάμε κάθε φορά για έργα που είναι γραμμένα με τέτοιο τρόπο που εκ των πραγμάτων θέτουν ερωτήματα, σε βάζουν σε σκέψεις, γιατί τα μεγάλα έργα αυτό κάνουν, οπότε σε καλούν να προβληματιστείς και να θέσεις κι εσύ ερωτήματα στον εαυτό σου. 

«Κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας», είπε ο Κάρολος Κουν. Ποιο θέατρο έχει ανάγκη η ψυχή του νεοέλληνα; 

Λένα Παπαληγούρα: Πιστεύω ότι έχει ανάγκη από ένα θέατρο που θα μπει μέσα του, ένα θέατρο που τον αγγίζει. Η ζωή μας και ο τρόπος που ζούμε δυστυχώς είναι πολύ ενάντια σε όλα αυτά που αφήνουμε να μπουν μέσα μας και γινόμαστε «οχυρωμένοι» άνθρωποι που δε μας αγγίζει τίποτα. Οπότε, το θέατρο που έχει την ικανότητα να μπαίνει μέσα σου, να σε αγγίζει, να σε συγκινεί και να σε μετακινεί, είναι νομίζω αυτό το θέατρο που είναι ευεργετικό για την ψυχή των ανθρώπων, είτε μιλάμε για ένα θέμα κωμικό, είτε μιλάμε για ένα θέμα τραγικό. Γιατί μπορεί και μία κωμωδία να σε αγγίξει ή μια παράσταση με πολύ ωραία αισθητική- η ομορφιά πάντα φτάνει μέσα μας και μας αγγίζει και πόσο μάλλον όταν μιλάμε για θέματα όπως αυτό της Κατερίνας, που εκ των πραγμάτων δε συζητιούνται και είναι κλεισμένα στις ντουλάπες των διάφορων οικογενειών. Είναι σαν να τους καλείς να μοιραστούν μαζί σου τέτοιες ιστορίες γιατί όταν φανερώνεις ένα θέατρο «τραύμα» είναι και λίγο σαν να το επουλώνεις, όπως θα έλεγε και ο Αύγουστος Κορτώ.

Θα πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο να μπείτε στο ρόλο…

Λένα Παπαληγούρα: Σίγουρα ήταν πολύ δύσκολο, αλλά ήταν και λυτρωτικό. Ο τρόπος που είναι γραμμένο το έργο, αλλά και η ματιά του Γιώργου Νανούρη που σκηνοθετεί την παράσταση, είχε στόχο να είναι μια παράσταση που ταξιδεύει από το σκοτάδι στο φως και τελικά βγαίνει και οδηγεί στο φως. Οπότε, μπορεί να μου είναι δύσκολο και ψυχοφθόρο, αλλά με έναν τρόπο λυτρώνομαι, όπως ελπίζω και οι θεατές.

Είναι και ο τρόπος γραφής του Κορτώ, που μέσω του κωμικού αποδίδει το τραγικό…

Λένα Παπαληγούρα: Ακριβώς αυτό. Υπάρχει μια μείξη του αυτοσαρκασμού, του πικρού,  δικού του χιούμορ, του σκοτεινού, του θλιμμένου, του πόνου και όλα μαζί αυτά είναι ένα εκρηκτικό μείγμα.

Η παράσταση πάντως διέθετε εναλλαγές έντονων σκοτεινών στιγμών και κωμικών σκηνών, οπότε δεν άφηνε το θεατή να βυθιστεί στο σκοτάδι της ασθένειας της Κατερίνας…

Λένα Παπαληγούρα: Όπως η αρρώστια της Κατερίνας, που είχε αυτή τη ραγδαία μετακίνηση από τη μεγάλη χαρά στη μεγάλη λύπη, που ήταν σαν αυτά τα σκαμπανεβάσματα που τη βασάνιζαν και που δεν ήξερες πως θα τη βρεις από το ένα λεπτό στο άλλο, έτσι έπρεπε να είναι και η παράσταση, να έχει αυτή την εναλλαγή που είναι σχεδόν βίαιη, απ’ το πολύ σκοτεινό στο πολύ φωτεινό και είναι αυτό ακριβώς που σου προκαλεί και τη σύγχυση. Το φωτεινό άλλωστε ήταν ταυτόχρονα και σκοτεινό.

Λειτουργείτε περισσότερο με τη λογική ή το συναίσθημα; 

Λένα Παπαληγούρα: Νομίζω σε συνδυασμό. Σίγουρα, υπάρχουν κάποια πράγματα που το συναίσθημά μου προλαβαίνει τη λογική. Τότε, δεν βάζω καν τη λογική, αφήνομαι και ακούω το συναίσθημά μου, αν είναι δηλαδή πολύ έντονο αυτό που θα νιώσω. Όμως, για τις μεγάλες αποφάσεις, συνήθως είναι ένας συνδυασμός. Προσπαθώ να μην αποκλείω ούτε το συναίσθημα, ούτε τη λογική και να είμαι ανοιχτή για να ακούσω τι θέλω, γιατί αυτό είναι πολύ δύσκολο.

Μιλήστε μας για τα μελλοντικά επαγγελματικά σας σχέδια.

Λένα Παπαληγούρα:  Στις 22 και 23 Οκτωβρίου θα έρθουμε εδώ με το Μικρό Πρίγκιπα, είναι μια διασκευή του γνωστού παραμυθιού του Εξυπερύ και θα παίξουμε στο Μέγαρο Μουσικής. Εντωμεταξύ, τώρα θα παιχτεί το ίδιο έργο στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, είναι μια επανάληψη της ίδιας παράστασης που έγινε πέρυσι και πήγε πολύ καλά. Από το Νοέμβριο θα είμαι στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων, όπου θα παίξουμε το Γάμο της Μαρίας Μπράουν, μια διασκευή της αριστουργηματικής ταινίας του Fassbinder, από το Γιώργο Σκεύα, ο οποίος θα σκηνοθετήσει και την παράσταση και εγώ θα κάνω το ρόλο της Μαρίας Μπράουν. Θα παίξουμε την Κατερίνα για λίγες παραστάσεις κάποιες Δευτέρες και Τρίτες στην Αθήνα, έτσι ώστε να τη συνεχίσουμε λίγο ακόμα, γιατί την αγαπάμε και δε μας αφήνει να την τελειώσουμε.

Μπορεί να συνεχιστεί και του χρόνου; 

Λένα Παπαληγούρα: Θα κάνουμε αυτές τις παραστάσεις και θα δούμε. Όσο είναι ζωντανή και υπάρχει ανταπόκριση και ο κόσμος τη ζητάει θα τη συνεχίζουμε. Απλώς, είναι σημαντικό και για εμάς να γίνεται με διαλείμματα, ώστε να μένει η παράσταση θερμή και να κρατάει τους χυμούς της, γιατί είναι μια παράσταση που βασίζεται πολύ στη ζωντάνια του υλικού. Αν δούμε ότι αρχίζει να χάνεται αυτό θα την σταματήσουμε.

Ο Μικρός Πρίγκιπας απευθύνεται σε ενήλικες; 

Λένα Παπαληγούρα: Είναι μια εκδοχή που όπως λέει και ο υπότιτλος «για ενήλικες με ανήλικη ματιά», για ενήλικες που ψάχνουν να ξαναβρούν την αθωότητά τους. Σίγουρα είναι και για παιδιά, απλώς δεν είναι μόνο για παιδιά γιατί, βασίζεται πολύ στην ιστορία του παραμυθιού, η οποία όμως συνδέεται με την ιστορία της ζωής του πιλότου. Ο πιλότος είναι ο ίδιος ο οποίος είχε όντως ένα ατύχημα στην έρημο και όντως πήγε να πεθάνει και μέσα από αυτό εμπνεύστηκε την ιστορία του Μικρού Πρίγκιπα. Έμπνευση λοιπόν για την ιστορία του Μικρού Πρίγκιπα αποτελεί η ίδια η ζωή του συγγραφέα. Οπότε, η παράσταση είναι μια μείξη των δύο αυτών ιστοριών που την καθιστά περισσότερο μια ενήλικη παράσταση, παρά μια παράσταση για παιδιά. Βέβαια, αυτό το παραμύθι είναι τόσο υπαρξιακό που όποιος και να το δει μπορεί να καταλάβει ανάλογα με τη φάση και την ηλικία που βρίσκεται άπειρα πράγματα, οπότε λέμε ότι είναι μια παράσταση για όλους τελικά.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Κατερίνα” Εδώ

Spyros Chatziaggelakis_passion theater 1

Σπύρος Χατζηαγγελάκης: Όταν στα σωθικά σου γίνονται εκρήξεις φερομονών και τα βλέπεις όλα χρωματιστά…έρωτας είναι η αιτία!

10945870_10153054393364691_3752937194273345367_oΥπεύθυνη Συνέντευξης: Άννα Μαύρου (Anna Black)

Ποδαρικό για τη θεατρική σεζόν 2017-2018, μας έκανε ο Σπύρος Χατζηαγγελάκης, νέος, ωραίος, μοιραίος και φυσικά παθιασμένος ηθοποιός!

Τον είχα πρωτοδεί πριν λίγα χρόνια στο θέατρο Επί Κολωνώ στην υπέροχη σουρεάλ κωμωδία καταστάσεων «Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί» και μάρτυς μου ο Σαίξπηρ, τον είχα ξεχωρίσει για πολλούς και διαφόρους λόγους!

Από τις αρχές Οκτωβρίου, θα δοκιμαστεί κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στην σκηνή του θεάτρου 104, στην τρυφερή κωμωδία του βραβευμένου δημοσιογράφου Σπύρου Μιχαλόπουλου, «Σεξ Λεξικόν – Η επιστήμη του έρωτα». Ο Τάκης και η Κάτια, ένα ερωτευμένο ζευγάρι της δεκαετίας του 1970, λίγο πριν την ενηλικίωση σκέφτονται να «ολοκληρώσουν» την σχέση τους και γεμάτοι απορίες, ανοίγουν την «Εγκυκλοπαίδεια» του Έρωτα αναζητώντας στις σελίδες του τις απαντήσεις…

sex lexikon_passion theater
Σπύρος Χατζηαγγελάκης & Φωτεινή Αθερίδου (Σεξ Λεξικόν)

Σπύρο καλώς μας όρισες! Το έργο διαδραματίζεται το 1974! Εσύ φαντάζομαι δεν είχες καν γεννηθεί…

Σπύρος Χατζηαγγελάκης: Όχι! Για τα επόμενα 8 χρόνια ήμουν απλά το διαβολάκι στο κεφάλι του πατέρα μου…Τελικά βγήκα (Χατζη) Αγγελάκι!!!

Γνώρισέ μας λίγο τον Σπύρο του τότε. Τι θυμάσαι έντονα από την παιδική σου ηλικία;

Σπύρος Χατζηαγγελάκης: Μεγάλωσα στην Ορεστιάδα όπου και έμεινα μέχρι τα 18 μου. Για ένα παιδί στην επαρχία νομίζω πως ο χρόνος κυλάει λίγο πιο ομαλά! Έχεις τον χρόνο και τον χώρο να κάνεις πράγματα που δεν θα κάνεις αλλού..Να ζήσεις σαν παιδί τρέχοντας στις αλάνες, να αλητεύσεις με την καλή έννοια, να ερωτευτείς!

Εφηβεία; Δύσκολη, εύκολη; Οι σχέσεις σου;

Σπύρος Χατζηαγγελάκης: Πολύ φυσιολογική θα έλεγα! Είχα το μυαλό μου στους φίλους, στις παρέες και στο ποδόσφαιρο οπότε πού χρόνος για κορίτσια και σχέσεις… Κάποια στιγμή όμως χτυπάει ένα καμπανάκι μέσα σου και χάνεις τον μπούσουλα! Τα βλέπεις όλα χρωματιστά και στα σωθικά σου γίνονται εκρήξεις φερομονών!

Πως ήταν η δική σου πρώτη φορά; Ήταν όπως την είχες ονειρευτεί;

Σπύρος Χατζηαγγελάκης: Ήταν καλύτερη από ότι την είχα φανταστεί! Γιατί το πραγματικό σίγουρα είναι καλύτερο από το φανταστικό.

sex lexikon_passion theater (2)
Σπύρος Χατζηαγγελάκης & Φωτεινή Αθερίδου (Σεξ Λεξικόν)

Τι ομοιότητες και τι διαφορές μπορείς να διακρίνεις ανάμεσα στην πρώτη φορά του Τάκη του 1970 που υποδύεσαι και του κάθε Σπύρου της δεκαετίας του 2010;

Σπύρος Χατζηαγγελάκης: Διαφορές μεγάλες στη κοινωνία και τις αντιλήψεις αυτής! Τα στερεότυπα με τα οποία κάθε γενιά μεγαλώνει. Η ουσία όμως παραμένει η ίδια…όταν δύο σώματα ενώνονται, ανεξάρτητα την εποχή, κυριαρχεί το ένστικτο και δημιουργείται μια ονειρική ατμόσφαιρα.

Το κοινό παίζει κάποιο ρόλο στη συγκεκριμένη παράσταση;

Σπύρος Χατζηαγγελάκης: Το κοινό παίζει το ρόλο του: “Ωχ, το ξέρω αυτό που λένε” ή “ωχ, το έχω ζήσει και γω αυτό”…ταυτίζεται και συμπάσχει και αυτό είναι το ωραίο.

Η συνεργασία με την Φωτεινή (σημ. Αθερίδου) που υποδύεται την Κάτια, το έτερον ήμισυ πως είναι;

Σπύρος Χατζηαγγελάκης: Με την Φωτεινή δεν γνωριζόμασταν μέχρι τη συνεργασία μας και έχω να πω ότι είναι ένας φανταστικός άνθρωπος, καταπληκτικό παιδί και πολύ δοτικός συνεργάτης! Επικοινωνούμε ουσιαστικά.

Είσαι ιδρυτικό μέλος της θεατρικής ομάδας C for Circus, με ομολογουμένως όμορφες δουλειές στο ιστορικό σας. Τα μελλοντικά σου σχέδια περιλαμβάνουν σόλο καριέρα ή/ και ομαδική;

Σπύρος Χατζηαγγελάκης: Οι C. for Circus είναι η ομάδα μου και θα είναι για πάντα! Είμαστε μια παρέα ανθρώπων που αγαπάμε ο ένας τον άλλον και κάνουμε θέατρο ο ένας για τον άλλον. Οπότε η ομαδική δουλειά προϋπάρχει και η σόλο καριέρα έπεται ή προκύπτει.

Κλείνοντας, αν έγραφες ένα δικό σου Λεξικό, ένα «Λεξικό ζωής», τι θα έβαζες δίπλα στις παρακάτω λέξεις;

Αγάπη: Ο λόγος για να ζεις

Έρωτας: Αναπόσπαστο κομμάτι επιβίωσης

Γάμος: Αδιάφορο

Πατρότητα: Δώρο

Θέατρο: Θεού δώρο στη ζωή μου

Μουσική: Κυλάει στο αίμα μας κάπως ετσι: ντουκ-ντουκ, ντουκ-ντουκ…

Θεός: Ποιος;

Όνειρο: Απατηλό

Kαλή αρχή ευχόμαστε στον Σπύρο!!!!
Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση Σεξ Λεξικόν – Η Επιστήμη του Έρωτα που θα παρουσιάζεται από τις 3 Οκτωβρίου στο θέατρο 104, κάθε Δευτέρα και Τρίτη,  Εδώ

sex lexikon_passion theater (1)
Σπύρος Χατζηαγγελάκης & Φωτεινή Αθερίδου (Σεξ Λεξικόν)

Συνέντευξη του μεταφραστή θεατρικών έργων Νεκτάριου – Γεώργιου Κωνσταντινίδη

Ο μεταφραστής θεατρικών έργων είναι ο απαραίτητος μεσολαβητής ανάμεσα στον συγγραφέα και το κοινό. Με ποια εργαλεία; Πόσο είναι και δραματουργός;
Θεωρώ ότι η μετάφραση είναι μια δημιουργική διαδικασία, καθώς καλείσαι να σκεφτείς και να βρεις λύσεις. Καλείσαι να προσαρμόσεις με ευρηματικότητα το ύφος και το νόημα του συγγραφέα από μια γλώσσα σε μια άλλη. Ο μεταφραστής, θέλοντας και μη, ερμηνεύει το κείμενο. Δεν είναι όμως συγγραφέας. Πρέπει να βρει το όριο, τη χρυσή τομή. Είναι γνωστή η φράση ότι «η μετάφραση είναι μία προδοσία». Είναι λογικό. Άλλους κανόνες και άλλη δομή έχει η κάθε γλώσσα. Ο μεταφραστής πρέπει να σκέφτεται στην ξένη γλώσσα και να βρίσκει την αντιστοιχία στη γλώσσα-στόχο, δηλαδή την μητρική του. Να είναι σαφής, κατανοητός και ταυτοχρόνως «αόρατος»…

Πιστεύω ότι η θεατρική μετάφραση είναι μια έναρξη διαλόγου με το κείμενο πριν το παραλάβει ο σκηνοθέτης, πριν το διαβάσουν οι ηθοποιοί, πριν το ακούσει ο θεατής. Ο θεατρικός μεταφραστής καταθέτει τη δική του οπτική γωνία για το έργο, συχνά καταφεύγει στις εμμονές του. Οι εμμονές, μετά από καιρό, δημιουργούν αυτό που αποκαλούμε «προσωπικό ύφος». Λέμε, για παράδειγμα, αυτή η μετάφραση είναι του τάδε. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε τους κανόνες αισθητικής που προτείνει ο δραματουργός.

Ποιες είναι οι δυσκολίες μετάφρασης ενός κειμένου που προορίζεται για παράσταση και όχι για ανάγνωση;
Ο λόγος στο θέατρο πρέπει να εκφωνηθεί, πρέπει να ακουστεί. Είναι σα να μη γράφτηκε ποτέ, σαν αυτά τα λόγια να γεννήθηκαν εκείνη τη στιγμή. Η προφορικότητα, επομένως, έχει σημασία. Ο ηθοποιός πρέπει να μπορεί να εκφέρει με άνεση το κείμενο. Ο λόγος να ρέει αβίαστα. Μεγάλη σημασία να δίνεται στο ρυθμό της φράσης, στην επιλογή και τον τονισμό των λέξεων, στο εύηχο κείμενο.

Πώς ξεκινήσατε να ασχολείστε με τη μετάφραση και από ποια γλώσσα μεταφράζετε;
Μεταφράζω αποκλειστικά από τα γαλλικά προς τα ελληνικά και ασχολούμαι μόνο με το θέατρο. Η ενασχόλησή μου με τη μετάφραση ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της εκπόνησης του διδακτορικού μου, που αφορούσε στη δραματουργία του Αργεντινού καρτουνίστα Κοπί. Μελετώντας περίπου 15 θεατρικά του έργα, άρχισα να φαντάζομαι πώς θα μπορούσε να είναι κάθε του κείμενο στα ελληνικά. Εκείνη την περίοδο, ο συγγραφέας Ανδρέας Στάικος δίδασκε θεατρική μετάφραση σε ένα λογοτεχνικό εργαστήρι. Γράφτηκα στο μάθημά του και ξεκίνησα να μεταφράζω τη «Νύχτα της Κυρίας Λουσιέν» του Κοπί. Ένα χρόνο αργότερα, το κείμενο δημοσιεύθηκε από τις εκδόσεις «Δωδώνη» και παρουσιάστηκε στο θέατρο «Πρόβα». Παθιάστηκα και μετέφρασα όλα τα έργα του Αργεντινού συγγραφέα, τα οποία κυκλοφόρησαν σε δύο τόμους από τις εκδόσεις «Άπαρσις». Μεταφράσεις του Κοπί παρουσιάστηκαν στο «Θέατρο Τέχνης», στο «Αγγέλων Βήμα» και στο «Θέατρο Έξω από τα Τείχη». Στη συνέχεια, μετέφρασα τη «Λουκρητία Βοργία» και τη «Μαρία Τυδώρ» του Βίκτωρ Ουγκώ, τον «Άμλετ» του Κολτές, τον «Λορεντζάτσιο» του Μυσέ (εκδόσεις Σοκόλη) και το «Κλωντέλ και Κάφκα» του Αρραμπάλ (εκδόσεις Ηριδανός).

Ο «Λορεντζάτσιο» θεωρείται ο Άμλετ της Γαλλίας. Μιλήστε μας για την αναμέτρησή σας με αυτό το κείμενο.
Το καλοκαίρι του 2000 είχα την τύχη να παρακολουθήσω μια 4ωρη παράσταση του «Λορεντζάτσιο» στο Παλαί ντε Παπ στο Φεστιβάλ Αβινιόν στη Γαλλία. Την απόφαση να μεταφράσω το έργο την έλαβα τον Μάρτιο του 2016, όταν πληροφορήθηκα ότι το έργο θα συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα του διπλώματος Sorbonne II για τη διετία 2017-2018. Απαιτητική εργασία. Δύσκολο έργο. Μεγάλη η πρόκληση για ένα νέο μεταφραστή όπως εγώ. Ιδιωματισμοί του 19ου αιώνα έπρεπε να βρουν την αντιστοιχία τους με το σήμερα. Έπρεπε να αποδοθεί το ύφος του ρομαντισμού και να διατηρηθεί η προφορικότητα του θεατρικού λόγου. Κάποια ιστορικά στοιχεία χρειάστηκαν παραπομπές και επεξηγήσεις. Δεν προχώρησα σε καμμία περικοπή.

Οι μεταφράσεις γερνούν πιο γρήγορα από το έργο…
Τα έργα βάζουν στοίχημα με το χρόνο. Ή επιβιώνουν ή περνούν στη λήθη. Όταν μεταφράζονται συνεχίζουν το «ταξίδι» τους. Σε κάθε εποχή, τα σπουδαία έργα μεταφράζονται ξανά και ξανά. Η γλώσσα διαρκώς αλλάζει, τα δεδομένα μετατοπίζονται, οι απόψεις αναθεωρούνται κ.ο.κ Βλέπουμε στα κείμενα πτυχές στις οποίες δεν είχαμε δώσει ιδιαίτερη σημασία.

Μεταφράζετε αυτήν την περίοδο κάποιο έργο;
Σύντομα θα εκδοθεί ένα κείμενο του Ζαν Ανούιγ που δεν έχει μέχρι σήμερα μεταφραστεί και ανήκει στα «Απόκρυφά» του έργα. Αυτήν την περίοδο έχω αφοσιωθεί στο έργο του Ζαν Ζιρωντού «Σόδομα και Γόμορρα».

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα μεταφραστή

Ο Νεκτάριος-Γεώργιος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1981. Αριστούχος διδάκτωρ του Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (Υπότροφος ΙΚΥ), εργάζεται ως κριτικός θεάτρου, μεταφραστής και καθηγητής γαλλικών. Από τον Οκτώβριο του 2016 εκπονεί μεταδιδακτορική έρευνα στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ με θέμα «Το γαλλόφωνο θέατρο στην ελληνική σκηνή του 21ου αιώνα». Κείμενα και κριτικές του για το θέατρο δημοσιεύονται σε εφημερίδες, περιοδικά και διαδικτυακές σελίδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Συμμετέχει ενεργά σε ομιλίες και συνέδρια. Έχει υπογράψει μεταφράσεις γαλλόφωνων θεατρικών έργων που έχουν εκδοθεί και παρουσιαστεί από ελληνικούς θιάσους. Μέλος του Κέντρου Σημειολογίας του Θεάτρου και της Επιστημονικής Επιτροπής του περιοδικού «Θεατρογραφίες».

Η συνέντευξη παρουσιάστηκε στην ιστοσελίδα Onlytheater από την Σταυρούλα Κεντιέ.
Link συνέντευξης: www.onlytheater.gr/buzz/interview/item/i-dimiourgiki-diadikasia-tis-theatrikis-metafrasis

To koritsi pou peftei_passion theater (3)

Κριτική για την παράσταση «Το κορίτσι που πέφτει, πέφτει, πέφτει» στο θέατρο REX

 

 Από την Μαρίκα Θωμαδάκη, Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου,
τ. Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών

Η παράσταση της Λίλο Μπάουρ, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Το κορίτσι που πέφτει, πέφτει, πέφτει», στηρίζεται σε επεξεργασμένα δραματουργικά στιγμιότυπα, από μικρές «μυθιστορίες», του Ιταλού συγγραφέα Ντίνο Μπουτζάτι. Η δραματουργική επιμέλεια των Λίλο Μπάουρ και Κώστα Φιλίππογλου απλώνεται σε κοινής θεματικής σημασίας περιστατικά, τα οποία καταλαμβάνουν τον σκηνικό χώρο προωθώντας μια αισθητική του «λιτού μπαρόκ».  Το οξύμωρο εδράζεται στην ιδιομορφία των προσώπων της αναφοράς διά της εικονικότητας σε συνδυασμό με τη σωματικότητα. Σε τελευταία ανάλυση, το θέαμα προβάλλει τη μετωνυμία ως ενδιάθετη παρουσία ενός ολοκληρωμένου σκηνικού συμβάντος.  Η σκηνοθέτις Λίλο Μπάουρ δημιουργεί ένα μικρόκοσμο φαντασμαγορίας όπου ο ρυθμός, σύμφυτος με την πτώση, δεν επιτρέπει την επικράτηση του κενού στις «μικρο-σεκάνς». Αντίθετα, η αίσθηση του κενού εμφανίζεται σπάνια, δεδομένου ότι προβάλλονται ισόποσα ο λόγος και η εικόνα: Κατά την πτώση, το κορίτσι που πέφτει, συναντάται με μιαν ιδιότυπη διαλογικότητα, διά της οποίας φέρεται στο προσκήνιο η διαύγεια της σκέψης και η καθαρότητα του συναισθήματος.  Εν ολίγοις, το κορίτσι αυτο-αναλύεται, θα λέγαμε, και βιώνει την πτώση ως ένα καθαρθέν πλεονέκτημα της ανθρώπινης οντότητας, όσο διαρκεί, μεταφορικά και κυριολεκτικά, η γήινη περιπέτεια.  Η σκηνοθεσία της κυρίας Μπάουρ συνοψίζει την ύπαρξη και τη συνύπαρξη σε πλαίσιο φιλοσοφικού στοχασμού, που προσεγγίζει ζητήματα αφορώντα σε σοφιστείες μάλλον.  Ωστόσο, η σκηνοθέτις καλεί το κοινό να τοποθετηθεί απέναντι στα παιχνίδια του μυαλού, όταν αυτό ταλαντεύεται ανάμεσα στο ασπρόμαυρο και την πολυχρωμία.  Εξάλλου, η κυρία Μπάουρ προτείνει, χωρίς φόβο και πάθος, το λιτό περιβάλλον των χαρακτήρων που μετέχουν στην «πλοκή».  Έτσι, το κορίτσι που πέφτει, συνδιαλέγεται και τις περισσότερες φορές επικοινωνεί με ομοίους τους οποίος συναντά «καθ’ οδόν».  Νεκροί ή ζωντανοί παρελαύνουν μπροστά στην αιώνια συνείδηση του εαυτού. Ποιος φοβάται τον καθρέφτη του; Την απάντηση δεν τη δίνει και δεν την παίρνει κανείς, αφού καθένας είναι ένας.

To koritsi pou peftei_passion theater (2)

Η παράσταση εκτυλίσσεται στον «άδειο» χώρο που επιμελείται, μαζί με τα κοστούμια, η Όλγα Μπρούμα, η οποία διαχειρίζεται άψογα το υλικό της σε συνάρτηση με τους καίριους φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα.  Στον ρόλο του κοριτσιού που πέφτει η Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη κινείται μεστά και με ακρίβεια, δημιουργώντας την εικόνα ενός ανάλαφρου σώματος που καταπονείται έτσι ώστε στο τέλος να εμφανίζει τα γνωρίσματα ενός γέρικου σώματος.  Το γεγονός ξαφνιάζει και εγγράφεται στην αισθητική ενός σωματικού μεταμοντέρνου φοβικού, καθώς αγγίζει τα όρια μιας μακάβριας σιλουέτας. Σε πολλαπλούς ρόλους, η Μαρία Καλλιμάνη επικυρώνει τη γοητεία του ταλέντου της, όπως και ο Κώστας Φιλίππογλου, αλλά και το σύνολο των ηθοποιών (Γιώργος Συμεωνίδης, Εριφύλη Στεφανίδου, Καλλιρρόη Μυριαγκού, Τάσος Δημητρόπουλος, Εύα Οικονόμου-Βαμβακά, Θάνος Λέκκας, Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη) στις επιμέρους σκηνικές συνθέσεις, με αποκορύφωμα την τελική εικόνα, λίγο πριν την υπόκλιση…

To koritsi pou peftei_passion theater (1)

*Η Μαρίκα Θωμαδάκη είναι Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου, τ. Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “Το κορίτσι που πέφτει, πέφτει, πέφτει” που θα παρουσιάζεται έως τις 6 Ιουλίου, στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ Αθηνών & ΕπιδαύρουΕδώ